Καθώς θυμήθηκα κάτι που είχα διαβάσει σε ένα παλαιότερο τεύχος περιοδικού και το ξεφύλλιζα για να βρω την συγκεκριμένη αναφορά, έπεσα πάνω σε μια δημοσιευμένη ιστοριούλα μου εκεί. Είχα την εντύπωση ότι άφηνε ανάμεικτα συναισθήματα, αλλά τελικά μου άρεσε.

Καλό καλοκαίρι, λοιπόν, με το… Η μουσική εκεί έξω…

Όπως συνέβαινε μερικές φορές, από λανθασμένους χειρισμούς του Ενεργειακού Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας, το πέρασμα εκείνης της μέρας από το μεσημέρι στο απομεσήμερο κι έπειτα στο απόγευμα έγινε ξαφνικά κι απότομα, χωρίς ενδιάμεσα στάδια και προειδοποιήσεις. Από την μία στιγμή στην άλλη, ο ουρανός θάμπωσε, ο ήλιος έγινε πορτοκαλής και μία γλύκα απλώθηκε παντού, μία ουσία ονείρου, που έμπαινε στα σπίτια των ανθρώπων και χάιδευε πρωτόγνωρα τις καρδιές τους.

Ο Θωμάς, κλεισμένος καθώς ήταν όλη μέρα στο δωμάτιό του, με τα χέρια στο πιάνο, είδε μια πορτοκαλή χαραγή να σχηματίζεται μισή στο κατασκευασμένο από συνθετικό μέταλλο έπιπλο και μισή στον γαλάζιο τοίχο. Σταμάτησε απαλά τις κινήσεις του, γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο και κοίταξε έξω. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν οφειλόταν στην ευαισθησία της στιγμής ή στην ξαφνική μετάπτωση της ημέρας, αλλά ένιωσε μια έντονη αίσθηση πρωτόγνωρου σε αυτό που αντίκριζε. Σαν να έβλεπε τον κόσμο με καινούρια μάτια, και ήξερε πολύ καλά πόσο καιρό είχε να το νιώσει αυτό...

Μόλις λίγες στιγμές πριν, τα δάχτυλά του κινούνταν απαλά πάνω στο κλαβιέ του πιάνου. Ένιωθε ήρεμος και χαλαρωμένος, η πλάτη του ήταν ίσια και οι ώμοι του βρίσκονταν σε ευθεία γραμμή, με το τακούνι του παπουτσιού του κρατούσε τον ρυθμό. Είχε αρχίσει αυτοσχεδιάζοντας να συνδυάζει νότες και συγχορδίες, να σχηματίζει μουσικές φράσεις, να δημιουργεί μια σύνθεση. Κι ενώ κρατούσε τα μάτια του κλειστά, με το μυαλό του έβλεπε μορφές να ξεπετάγονται μέσα από το κλαβιέ του πιάνου, έγχρωμες παρουσίες με μαγική υπόσταση, που φτερούγιζαν προς το ταβάνι. Φανταζόταν τις μορφές αυτές να ελευθερώνονται στον αέρα μέσα από το έπιπλο, να κυματίζουν ελεύθερα, κι έπειτα να σμίγουν μεταξύ τους, να αγκαλιάζονται, να ενώνονται και να χωρίζουν, να χορεύουν ανεβαίνοντας προς την οροφή και να μην είναι ποτέ οι ίδιες. Σε αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, κι ωστόσο τον μόνο αληθινό εκείνη την στιγμή, ο Θωμάς είχε νιώσει απόλυτα ευτυχής, μέχρι που άνοιξε τα μάτια του – μια στιγμή μόνο αρκούσε – μέχρι που άνοιξε τα μάτια του και το είδε… Τότε βρέθηκε να κοιτά έξω από το παράθυρο παραλυμένος, κι ήταν ίσως η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που ένιωθε πως η ‘‘μουσική’’ έξω από το τζάμι, εκεί έξω, ήταν καλύτερη από την δική του.  

Η μουσική μες το δωμάτιο σταμάτησε. Ο Θωμάς σηκώθηκε και με αργά βήματα προχώρησε προς την μεριά του παραθύρου, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος ενός από τους τοίχους κι έβγαινε λίγα μέτρα προς τα έξω, σχηματίζοντας μια μικρή τζαμαρία. Στην αρχή πλησίαζε προς έναν φασματικό του εαυτό, που περιβαλλόταν καθρεπτιζόμενος από το μεταλλικό πλαίσιο του τζαμιού, κι έπειτα βρέθηκε πλημμυρισμένος από το εξωτερικό τοπίο, λουσμένος στο αχνό φως της ημέρας που έφτανε στο τέλος της. Ένας ροδοκόκκινος ουρανός, ένας ήλιος στην δύση του, μερικές ουρές από σύννεφα κι οι φλογισμένες στέγες των άλλων σπιτιών, σαν μαγικά χαλιά που αιωρούνταν πάνω από το έδαφος. Ήταν τόσο όμορφα που ευχήθηκε να μη έπεφτε ξαφνικά το σκοτάδι, να μην βυθίζονταν όλα απότομα μες την μαυρίλα, να μην έκαναν πάλι λάθος σε αυτό το σημείο… 

Oι τεχνικοί του Ενεργειακού Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας, όμως, δεν διέφεραν από όλους τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Περιορίζονταν στο να διεκπεραιώνουν βαριεστημένα την υπηρεσία τους, χωρίς κανένα ιδιαίτερο μεράκι για αυτό που έκαναν, παρόλο που ο Θωμάς πίστευε πως το έργο τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ισότιμο με αυτό των καλλιτεχνών. Για εκείνους ήταν απλώς κουμπιά και μηχανήματα, και οι υπολογιστές ήταν τόσο τέλειοι που το αποτέλεσμα αρκούσε από μόνο του όσο άγαρμπα κι αν επιτελούνταν. 

Τώρα, καθηλωμένος μπροστά στο παράθυρο, προσπαθώντας να συλλάβει την ομορφιά της εικόνας που καθρεπτιζόταν στα μάτια του, ο Θωμάς έφερνε στο νου του τα λόγια των επιστημόνων, που είχαν προσπαθήσει να ξαναστήσουν τον κόσμο στα πόδια του και να περισώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί : «η δόνηση είναι η βάση ολόκληρου του εκδηλωμένου κόσμου, αλλά και η απαρχή της δημιουργίας… η βάση της δομής της πραγματικότητας που αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις είναι ένας κόσμος που δονείται και ανταλλάσσει πληροφορίες μέσω κραδασμών, ταλαντώσεων ενέργειας σε διαφορετικά πεδία κι επίπεδα… διαχέοντας προς την αδρανή ύλη παλμικές δονήσεις ήχου που την ξυπνούν μπορούμε να αναπαραστήσουμε τον κόσμο…». Θυμόταν ακόμη από το σχολείο τον βασικό κανόνα της Νέας Φυσικής : «Το ανύπαρκτο κυμαίνεται και η κύμανσή του το καθιστά υπαρκτό. Κι επειδή ο παρατηρών νους διαμορφώνει την κύμανση, η πραγματικότητα που προκύπτει είναι τελικά προϊόν του νου». Οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν πια τις υλικές δυνάμεις για να μεταβάλλουν τον κόσμο. Άλλωστε δεν είχαν απομείνει και πολλά πράγματα από αυτόν. Όλο το βάρος είχε πέσει στους επιστήμονες, που επέλεξαν απλά να επιδράσουν στα ίδια τα κύματα που επεξεργάζεται ο νους, να χρησιμοποιήσουν τους όρους του δικού του παιχνιδιού, προκαλώντας επιλεκτική ενεργοποίηση ψυχονευρικών κέντρων. Έτσι, κατάφεραν να προσφέρουν μία νέα ελπίδα για έναν σταθερό ανθρώπινο κόσμο, για όσο άντεχε κι αυτή…  

Ο Θωμάς θυμόταν πως είχε πολλά χρόνια να γευτεί μια τέτοια συγκίνηση, που να μην οφείλεται αποκλειστικά στον εσωτερικό του κόσμο αλλά σε κάτι εξωτερικό. Διατηρούσε ακόμη μερικές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, όπου είχε την τύχη ή την ατυχία να προλάβει τον παλιό κόσμο, όπως ήταν κάποτε. Θυμόταν μια εκδρομή με τους γονείς του μέσα από το δάσος. Μια νυχτερινή κατασκήνωση σε κάποια λίμνη. Το σπίτι του παππού του στην εξοχή. Ναι, διατηρούσε ακόμη κάποιες αναμνήσεις : η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, η αύρα των βουνών, η σιωπή της νύχτας, το παραμιλητό των αηδονιών μέσα στα φυλλώματα, ένας αδύναμος ήλιος να ζωγραφίζει περίτεχνα τον βραδινό ορίζοντα στην ανατολή του… 

Σε εκείνη την εκδρομή, ο Θωμάς είχε διαπιστώσει πόσο περίεργος άνθρωπος ήταν ο παππούς του. Ίσως το μέρος όπου έμενε, ένας Πρότυπος Σταθμός Φυσικής Διατήρησης, να τον είχε επηρεάσει. Του άρεσε να πεζοπορεί για ώρες μέσα στους εξωτικούς δρόμους, κι έλεγε πως ορισμένα βράδια άκουγε τραγούδια να έρχονται από μακριά. Ο Θωμάς θυμόταν τα λόγια του, μια βραδιά μες την ησυχία του σπιτιού : « από καιρό σε καιρό ακούω μελωδίες, τέτοιες που δεν έχω ξανακούσει ποτέ, να έρχονται μέσα από το δάσος, λες και τραγουδούν χοροί αγγέλων… έρχονταν από μακριά μουσικοί ήχοι, σε καθαρούς ή διακριτούς τόνους, αλλά ωστόσο απερίγραπτοι. Φαντασιωνόμουν άραγε ή ήταν πραγματικοί ; »

Αλλά τώρα μια φευγαλέα σκιά πέρασε από το πρόσωπό του, καθώς σκέφτηκε πως δεν υπήρχε τίποτα πλέον από όλα αυτά. Εκείνη η εποχή είχε περάσει ανεπιστρεπτί. άνθρωποι ζούσαν πια προφυλαγμένοι μέσα στις τεράστιες κυψέλες τους, με μία εικονική πραγματικότητα να τους περιβάλλει.

Η ώρα περνούσε και η εικόνα έξω από το τζάμι βυθιζόταν στο σκοτάδι. Ο Θωμάς άρχισε να αισθάνεται μπερδεμένος, όπως την στιγμή που δεν ξέρεις αν έχεις ξυπνήσει ή αν ονειρεύεσαι ακόμη. Κάτι εξωτερικό… Ο εσωτερικός του κόσμος… Οι τεχνικοί του Ενεργειακού Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας φαίνεται πως τα είχαν καταφέρει απόψε. Στο τέλος ο Θωμάς κουράστηκε, γύρισε την πλάτη στο παράθυρο και κάθισε πάλι στο πιάνο.


(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Συμπαντικές Διαδρομές'', τεύχος 12, Φεβρουάριος 2008)