Literature Release
από τον Δημήτρη Αργασταρά

( Η Πρώτη Συνάντηση )
ΓΡΗΓΟΡΑ ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΙΑΣΤΩ, δεν έχω καθόλου χρόνο στην διάθεσή μου, καθώς μόλις πριν από λίγο απέδειξα πως εγώ είμαι ο ένοχος της αποτρόπαιης δολοφονίας του γιατρού Πιλαρή. Όμως ταυτόχρονα – τι ειρωνεία – πρέπει να σταθώ, να περιμένω λίγο ακόμη… Γιατί, παρόλο που έχω ήδη ετοιμάσει τον τρόπο της διαφυγής μου, πώς να σβήσω κάθε ίχνος πίσω μου, ώστε ούτε κάποιος γνωστός, ούτε οι ίδιοι μου οι διώχτες να μην μπορούν να με βρουν, πρέπει πρώτα να διηγηθώ τα γεγονότα, να περιγράψω όσα συνέβησαν έτσι όπως τα έζησα και τα αντιλήφθηκα εγώ, εγώ που ετοίμασα όλα εκείνα τα βήματα που οδηγούν τώρα τους αστυνομικούς στο κατόπι μου…

Όλα ξεκίνησαν λοιπόν με την  επίσκεψή μου στην οικία του δόκτορα της ψυχολογίας κυρίου Ευγενίου Πιλαρή. Επέλεξα να επισκεφτώ το σπίτι κι όχι το ιατρείο διότι πίστευα – κι εξακολουθώ να πιστεύω – πως η περίπτωσή μου είναι ιδιαίτερη αλλά κι επειδή η γνωριμία μας έγινε μέσω ενός κοινού γνωστού με τον οποίο ο γιατρός διατηρούσε κάποια επαγγελματική σχέση – τι μορφής δεν μπορώ να γνωρίζω. Ήταν Παρασκευή απόγευμα και έχοντας το χαρτάκι με την σημειωμένη διεύθυνση στο χέρι θα έπαιρνα το λεωφορείο της γραμμής κι έπειτα θα προχωρούσα δύο τετράγωνα περίπου μέχρι να βρω το σπίτι. Ομολογώ πως βγαίνοντας στον δρόμο και καθ’ όλη την διάρκεια της επίσκεψής μου ήμουν ιδιαίτερα αγχωμένος, είχα εκείνο το τρεμούλιασμα στα χέρια και το συνηθισμένο κοκκίνισμα στα αυτιά, χαρακτηριστικό σημάδι της αρρώστιάς μου. Όμως έφτασα στην περιοχή του γιατρού σχετικά γρήγορα κι εύκολα, κι αφού ρώτησα δυο περαστικούς, που μου απάντησαν πολύ ευγενικά, βρήκα την σωστή διεύθυνση. Με υποδέχτηκε η υπηρέτρια και με πέρασε στο σαλόνι. 
 
 Εκεί έμεινα για αρκετά λεπτά μόνος, καθισμένος στην άκρη του καναπέ, πλαισιωμένος από το πλούσια διακοσμημένο σαλόνι του γιατρού, ώσπου αποφάσισα να μετριάσω την αμηχανία μου ρίχνοντας μια ματιά στην πλούσια βιβλιοθήκη. Στάθηκα μπροστά στα ράφια με τα αμέτρητα βιβλία και, με έκπληξη, παρατήρησα κάποια που τράβηξαν την προσοχή μου… Αμέσως όμως ακούσθηκε από πίσω μου ένα θρόισμα από γυναικείο φόρεμα και ένα τρίξιμο στην σκάλα. Γυρίζοντας προς το μέρος της άξαφνης παρουσίας, διαπίστωσα πως ήταν η κυρία του σπιτιού.
 
Θυμάμαι ακόμη τα πρώτα της λόγια, το πόσο επιβλητική και γοητευτική ήταν εκείνη την πρώτη φορά… «Καλησπέρα σας. Εσείς θα πρέπει να είστε ο κύριος Χαρίλαος… μου έχει μιλήσει ο άντρας μου για σας…». Με πλησίασε και με χαιρέτησε εγκάρδια. Μιμήθηκα το ύφος της : χαιρόμουν πραγματικά που την γνώριζα, εκείνη θα έπρεπε να ήταν η κυρία Πιλαρή, η οικοδέσποινα φυσικά, κατόπιν απολογήθηκα για την μικρή καθυστέρησή μου αλλά η κίνηση στους δρόμους τέτοια ώρα… Μου είπε όμως πως δεν πείραζε καθόλου, άλλωστε το τραπέζι δεν ήταν έτοιμο ακόμη. «Ελάτε να καθίσουμε λίγο… εντωμεταξύ θα έρθει κι ο συζυγός μου». Ο ψυχίατρος λοιπόν δεν ήταν εξαρχής εκεί, απουσίαζε σε κάποια δουλειά, πράγμα που μου φάνηκε περίεργο δεδομένου της επίσκεψής μου και του ότι είχα ήδη καθυστερήσει λίγο, μα δεν σχολιάστηκε περαιτέρω.
Σε εκείνη την πρώτη μας συνάντηση, στον ημιφωτισμένο χώρο του σαλονιού, καθώς περιμέναμε την άφιξη του γιατρού – με ένα μικρό άγχος κι ανησυχία από την μεριά μου, με αφοπλιστική ηρεμία και υπομονή από την δική της – η οικοδέσποινα εκείνου του δείπνου, ομολογώ, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να με γοητεύσει και να με φέρει, ως επακόλουθο αυτού του γεγονότος, σε δύσκολη θέση. Αν εκείνη την ώρα, που με κοιτούσε με τόλμη κατευθείαν στα μάτια, που μου χαμογελούσε όλο χάρη σα να γνωριζόμασταν κιόλας καιρό και να ήμασταν φίλοι από παλιά, που άπλωνε απαλά το χέρι της και μόλις άγγιζε το δικό μου – εκδηλώσεις στις οποίες δεν ήμουν συνηθισμένος και για τις οποίες αρχικά υπέθεσα πως σκοπό είχαν να με κάνουν να νιώσω άνετα και οικεία –, αν εκείνη την ώρα λοιπόν εμφανιζόταν στο δωμάτιο ο γιατρός, σίγουρα θα μπορούσε να διακρίνει την αμηχανία μου και να πάρει μια ιδέα για τα συμπτώματα της νόσου που με είχε οδηγήσει σε αυτόν. Αλλά ο γιατρός δεν ήρθε παρά μονάχα πολύ αργότερα, όταν η υπηρέτρια μας ενημέρωσε πως τα πιάτα βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους και ετοιμαζόμασταν να περάσουμε στην τραπεζαρία. Τότε ακούστηκε ο ήχος στην κλειδαριά, η πόρτα άνοιξε και το μπαστούνι του δόκτορα Πιλαρή χτύπησε με δύναμη στο κατώφλι...
Δεν θα ήθελα να βαρύνω αυτό το γραπτό, αυτήν την έγγραφη μαρτυρία, αυτό το απολογητικό υπόμνημα αν θέλετε, με ανούσιες λεπτομέρειες. Παρά την όποια αγάπη μου προς την λογοτεχνία, που ανέκαθεν ένιωθα, και την ανάγκη μου να μιλήσω όσο γίνεται πιο αναλυτικά, θα πρέπει να συγκρατήσω τον εαυτό μου στα πιο επουσιώδη και χαρακτηριστικά σημεία αυτού του χρονικού, να γράψω μόνο όσα χρειάζονται για να περιγράψω επακριβώς τα γεγονότα και να φροντίσω να απαλλαγώ από τις κατηγορίες που τόσο άδικα μου έχουν προσαχθεί. Έτσι δεν θα σας κουράσω με τις λεπτομέρειες του δείπνου. Όσα λέχθηκαν εκεί ήταν μόνο οι συνηθισμένες κοινοτυπίες που ανταλλάσσουν μεταξύ τους άγνωστοι όταν τρώνε μαζί. 
Άλλωστε γρήγορα διαπίστωσα πως ο δόκτωρ Πιλαρή δεν ήταν ένας φλύαρος άνθρωπος. Έδειχνε μάλλον αυστηρός, ένας γεροδεμένος σοβαρός καθηγητής, μ’ ένα έντονο βλέμμα πάνω από την γκρίζα περιποιημένη του γενειάδα. Κατά την διάρκεια του δείπνου είχα την εντύπωση πως έριχνε παντού την ψυχρή εξεταστική του ματιά, πως τίποτα δεν του ξέφευγε, ενώ ταυτόχρονα διακρινόταν από μία περίεργη εσωστρέφεια και ηρεμία, μια εσωτερική γαλήνη. Όπως διαπίστωσα, δεν έκανε ποτέ κανένα εύθυμο σχόλιο, εκτός κι αν η ατμόσφαιρα ήταν ήδη χαλαρή, και σε όλες μας τις συναντήσεις που ακολούθησαν τον θυμάμαι να γέλασε μόνο μία φορά, ενώ χαμογελούσε σπάνια.  
Όταν πια τελειώσαμε και με το γλυκό, ο γιατρός σηκώθηκε από το τραπέζι και άναψε το πούρο του κοντά στο τζάκι. Από την θέση που στεκόταν είχα την εντύπωση πως κοιτούσε κατευθείαν εμένα και δεν σα κρύβω πως  ένιωσα κάποια δυσφορία για όσα τυχόν του αποκάλυπτε η θέα του αυτή. Η κυρία Πιλαρή μου χαμογέλασε για μία τελευταία φορά και σηκώθηκε αθόρυβα. Έκανε ένα μικρό σχόλιο για την βραδιά, και αφού με καληνύχτισε έπειτα αποσύρθηκε, αφήνοντας πίσω της, καθώς περνούσε από πλάι μου, το απαλό και μεθυστικό άρωμά της. Στο μεταξύ η υπηρέτρια μάζευε τα πιάτα. Ήταν η ίδια που μας είχε φωνάξει νωρίτερα, αυτή που μας είχε σερβίρει, ενώ το σπίτι διέθετε ακόμη μία: εκείνη που με υποδέχτηκε στην αρχή και που έτρεξε γρήγορα να παραλάβει το παλτό και το μπαστούνι του γιατρού με την άφιξή του και που αργότερα έμαθα πως την έλεγαν Κατερίνα. Θυμάμαι να χαμογέλασα τότε με την εξειδίκευση του προσωπικού και αναρωτήθηκα πόσοι να κρύβονταν ακόμη στα ενδότερα… Σας τα αναφέρω όλα αυτά γιατί από τότε – και με την ταραχή των τελευταίων γεγονότων – πολλά πράγματα μπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά είμαι σίγουρος πως υπήρχαν τουλάχιστον τρεις-τέσσερις άνθρωποι μέσα στο σπίτι, που μπορούν ίσως να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες και να συμπληρώσουν όσα έχω να σας πω εγώ.
Η υπηρέτρια μάζευε τα τελευταία πιάτα, αυτά του γλυκού, όταν ο γιατρός με πλησίασε και με άγγιξε απαλά στον ώμο. «Ελάτε, έχουμε να μιλήσουμε» είπε και με προέτρεψε να τον ακολουθήσω. Από την τραπεζαρία βγήκαμε πάλι στο σαλόνι, ανεβήκαμε την σκάλα και διασχίσαμε τον διάδρομο του δεύτερου ορόφου που χώριζε τα δωμάτια, για να συναντήσουμε ακόμη μια μικρή γυριστή ξύλινη σκαλίτσα. Το γραφείο του γιατρού βρισκόταν προφανώς στην σοφίτα. Κι όταν ο δόκτωρ Πιλαρή ξεκλείδωσε την πόρτα, ένιωσα έντονα την μυρουδιά του ξύλου και την ζεστασιά που απέπνεε ο χώρος. Ο γιατρός μου έκανε νόημα να καθίσω σε μία πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο του, ενώ εκείνος έκλεισε για τα καλά το μικρό παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι και που το ένα του φύλλο ήταν ελάχιστα ανοικτό, τόσο ώστε να μπαίνει ένα απαλό αεράκι που ανασήκωνε την κουρτίνα. Από τότε πρόσεξα κι άλλες φορές πως συνήθιζε να αφήνει ανοικτό αυτό το παράθυρο.
«Λοιπόν αγαπητέ μου, περί τίνος πρόκειται ;».

Mε αυτά τα λόγια ξεκίνησε, αφού προηγουμένως κάθισε  αναπαυτικά στην μεγάλη μαύρη καρέκλα του γραφείου του και έπλεξε τις παλάμες μπροστά, πάνω στην κοιλιά του. Έτσι άρχισα να μιλάω εν περιλήψει για την κατάστασή μου και για τα ενοχλητικά συμπτώματα από τα οποία ήθελα να απαλλαγώ.  Κι εκείνος με άκουγε σιωπηλός, χωρίς να κουνιέται. Μία-δύο φορές με διέκοψε για να μου απευθύνει κάποια ερώτηση – κυρίως πρακτικού χαρακτήρα – κι έπειτα, με ένα νεύμα, με καλούσε να συνεχίσω και πάλι την εξιστόρησή μου.

Σε εκείνη την πρώτη μας συνεδρία και στις αμέσως επόμενες που ακολούθησαν, κυριαρχούσε μια αδιαμφισβήτητη επαγγελματική ατμόσφαιρα. Υπήρχαν μεταξύ μας, ακλόνητοι, οι διακριτοί ρόλοι του γιατρού και του ασθενή. Μάλιστα ο δόκτωρ Πιλαρή έδειχνε τόσο σταθερός σε αυτήν του την στάση που πίστεψα πως αυτός ήταν ο τρόπος που αντιμετώπιζε όλους τους ασθενείς του και πως έτσι θα προχωρούσε ολόκληρη η συνεργασία μας. Αργότερα όμως αποδείχτηκε πόσο λάθος έκανα σε αυτό…
………………….

( Ο Ηρακλής στο Δίστρατο )
Ήταν στην έκτη συνεδρία μας όταν ο δρ. Πιλαρή άνοιξε την ξύλινη ταμπακέρα του – την τόσο εντυπωσιακή που την πρόσεξα αμέσως –, άναψε ένα πούρο και σηκώθηκε από την καρέκλα. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο κι έμεινε εκεί, με το βλέμμα προς τα έξω, φυσώντας τον καπνό του πάνω στο τζάμι. Η αλήθεια είναι πως προς στιγμήν τα σάστισα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να διακόψω κι εγώ όσα έλεγα, όσα εξομολογούμουν εκείνη την στιγμή, ή αν έπρεπε να συνεχίσω κανονικά, χωρίς ενόχληση, την διήγησή μου. Έτσι σταμάτησα, με κομμένη την ανάσα, ξεροκαταπίνοντας. 
Προς την δική μου πλευρά πάνω στο γραφείο υπήρχε πάντα ένα ποτήρι με καθαρό νερό, το οποίο γεμίζαμε όποτε ξεκινούσε η επίσκεψή μου, ενώ όσες φορές κατά την διάρκεια της συνεδρίας τύχαινε να αδειάσει ο γιατρός μού έκανε νεύμα επιτρέποντάς μου να το ξαναγεμίσω από την κανάτα που βρίσκονταν δίπλα του. Όποτε έμπαινα στο γραφείο, το ποτήρι και η κανάτα ήταν πάντα στην θέση τους, σα να με περίμεναν εκεί, αν και ποτέ δεν συνάντησα καμία υπηρέτρια μέσα σ' αυτό το δωμάτιο. 
Εκείνη την στιγμή, που ο γιατρός στεκόταν στο παράθυρο, το ποτήρι ήταν γεμάτο και με μία γρήγορη κίνηση το πήρα και ήπια το νερό μονορούφι. Τότε ο γιατρός γύρισε προς το μέρος μου και μου χαμογέλασε για πρώτη φορά.
Έπειτα άφησε το παράθυρο και με πλησίασε. Σταμάτησε λίγα βήματα απέναντί μου, ακουμπώντας στο γραφείο του, αλλά αποφεύγοντας να καθίσει. «Χαρίλαε» ξεκίνησε – γιατί, παρά την απόσταση που μέχρι τότε διατηρούσε, μου μιλούσε από την αρχή στον ενικό – «μέχρι τώρα νομίζω πως μου μίλησες με απόλυτη ειλικρίνεια, περιέγραψες με αρκετή ευθύτητα αυτό που θεωρείς ασθένειά σου και παράθεσες περιστατικά από την ζωή σου με τρόπο οξυδερκή, ακόμη και διεισδυτικό, πράγμα που δεν συναντώ συχνά ανάμεσα στους ασθενείς μου. Όσο αφορά λοιπόν στο πρόβλημά σου, νομίζω πως βρίσκεσαι ήδη, από μόνος σου, προς την σωστή κατεύθυνση..».
Ακολούθησε μια μικρή παύση, κατά την οποία ένιωσα να με πλημμυρίζει μια σειρά περίεργων συναισθημάτων. Μέχρι εκείνη την στιγμή, που κυρίως μιλούσα εγώ κι εκείνος άκουγε, δεν ήξερα τι ακριβώς να υποθέσω, αλλά τώρα ήταν η πρώτη φορά που είχα από αυτόν μία θέση και μάλιστα θετική. Το περιεχόμενο της εξομολόγησής μου θα μου επιτρέψετε να το κρατήσω αυστηρά προσωπικό. Δεν θα ήθελα να αναφερθεί σε αυτό το γραπτό, σε αυτό το κομμάτι χαρτιού, που μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να πέσει στα χέρια του καθενός. Νομίζω πως αυτό γίνεται κατανοητό – άλλωστε ακόμη και οι γιατροί, όταν πρόκειται για τέτοια ζητήματα, δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο. Εντούτοις, θεωρώ το περιεχόμενο της εξομολόγησής μου στον δόκτορα Πιλαρή ιδιαίτερα εξεζητημένο, θα μπορούσα να πω ακόμη άκρως εντυπωσιακό στα περιστατικά που περιλάμβανε, αλλά και απεχθές για ανθρώπους ασυνήθιστους σε τέτοιες ξεχωριστές περιστάσεις. Κι όμως, ο γιατρός αυτός το δέχτηκε χωρίς ιδιαίτερες ενοχλήσεις, χωρίς καμία ενόχληση απ’ όσο μπορώ να ξέρω, και προσπάθησε να το ερμηνεύσει μάλιστα όσο πιο επιτυχημένα του επέτρεπε η καθιερωμένη επιστημονική του γνώση.
Με εξέπληξε ακόμη περισσότερο προτείνοντας μου ένα από τα πούρα του, το οποίο φυσικά αρνήθηκα διότι δεν συνηθίζω να καπνίζω, αλλά η κοντινή ματιά στην εντυπωσιακή του ταμπακέρα με επιβράβευσε και με το παραπάνω. Λοιπόν, χωρίς να χασομερήσει περισσότερο, συνέχισε τα σχόλιά του… 
[…]

Υπό πιο φυσιολογικές συνθήκες, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή από την μεριά μου, όπως θα έλεγε και ο μακαρίτης σήμερα γιατρός – ω, και πραγματικά συγχωρείστε με για τις φορές που τον ανέφερα ως κύριο, όχι γιατί δεν αξιώνει αυτόν τον τίτλο αλλά επειδή έχω ακουστά πως δεν αποκαλούν πια έτσι τους αποθανόντες –, υπό άλλες συνθήκες λοιπόν, θα υποκλινόμουν μπροστά σε μια τέτοια βαθιά κατανόηση. Πραγματικά, η ερμηνεία του μακαρίτη ψυχιάτρου με άφησε άφωνο και με γέμισε με θαυμασμό την δεδομένη στιγμή προς το πρόσωπό του. Κατανοούσα βέβαια ακριβώς τα λόγια του, ήξερα για τι πράγμα μιλούσε, άλλωστε βρισκόμουν στον σωστό δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως είχε πει και ο ίδιος στην αρχή, και γι’ αυτό μπορούσα να τον εκτιμήσω ακόμη περισσότερο…
Ένιωσα θαυμασμό και δέος όχι μόνο για τα λόγια του, αλλά για όλα αυτά που υπονοούνταν πίσω από τα λόγια του, για όσα τα λόγια του αποκάλυπταν για τον ίδιο τον θεραπευτή μου, κι όλη εκείνη την ώρα που μιλούσε εγώ τον ένιωθα να μου κλείνει το μάτι εμπιστευτικά, συνωμοτικά θα μπορούσα να πω, με κατανόηση. Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να με καταλάβει. Να με νιώσει πραγματικά. Μπορούσε να φτάσει στα τρίσβαθα της ψυχής μου και να συζητήσει μαζί μου για όλα τα εκπληκτικά κι ανήκουστα που θα έβρισκε εκεί κάτω, βαθιά στα υπόγεια… Και τί ήταν αυτό που μου είχε πει ; ‘‘Ο Ηρακλής στο δίστρατο’’ ; Πολύ μου άρεσε αυτή η παρομοίωση, την ανέφερα πολύ συχνά στον εαυτό μου από τότε, μού την υπενθύμιζα συνεχώς, και προσπάθησα μάλιστα να την χρησιμοποιήσω στις ασχολίες μου ως έναν όμορφο τίτλο… Τέλος πάντων, θέλω να πω πως από τότε οι σχέσεις μου με τον μακαρίτη τον καθηγητή βελτιώθηκαν πολύ και αρχίσαμε πια να συνεργαζόμαστε μαζί και με ζήλο στις αναζητήσεις μας. Όπως αργότερα διαπίστωσα αυτό ήταν μέσα στους σκοπούς και του ίδιου του καθηγητή, καθώς, με όσα μου ανέφερε στην συνέχεια, ήταν φανερό πως με είχε συμπαθήσει και με προόριζε για κάτι πολύ περισσότερο από ασθενή του, με έβλεπε μάλλον σαν συνεργάτη…
………………….

( Το Πείραμα )
Θα ήθελα να σας ζητήσω να με συγχωρήσετε αν το γραπτό μου αυτό παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες για εσάς, αν κάποια σημεία σας φαίνονται ασαφή ή ακόμη και δυσνόητα. Μην ξεχνάτε όμως την συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι τώρα, με την αστυνομία να μπορεί ανά πάσα στιγμή να χτυπήσει την πόρτα μου και να με συλλάβει, να με οδηγήσει άδικα στην φυλακή για ένα έγκλημα του οποίου την ευθύνη δεν φέρω. Αυτό άλλωστε θα προσπαθήσω – και προσπαθώ ήδη – να σας εξηγήσω με το γραπτό μου, για αυτό αφήνω αυτήν την έγγραφη μαρτυρία, γιατί είναι άδικο και άσχημο, αν ρωτάτε εμένα, να σιωπήσει ο μοναδικός άνθρωπος που γνωρίζει και μπορεί να πει την αλήθεια.
Ξέχασα παραπάνω να σας αναφέρω πως στο γραφείο του ιατρού πήγαινα κάθε Παρασκευή, όπως και στην πρώτη μου επίσκεψη. Χτύπαγα το κουδούνι και μου άνοιγε η Κατερίνα, η υπηρέτρια. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε γι’ αυτήν… Ήταν κοντούλα, γύρω στο 1.65, μελαχρινή με φουντωτά μαλλιά που τα έδενε και τα έπιανε κότσο, προφανώς για να περιορίσει, όσο μπορούσε, τον όγκο τους. Όποτε μου άνοιγε, τις έλεγα πως είχα ραντεβού με τον γιατρό κι εκείνη μου χαμογελούσε και με άφηνε να περάσω. Αν ο γιατρός δεν ήταν έτοιμος ακόμη – κάτι που γινόταν όμως σπάνια – περίμενα για λίγο στο σαλόνι, όπου είχα την ευκαιρία να την ξανασυναντήσω. Ξεσκόνιζε, καθάριζε το χαλί και έβαζε καινούριο νερό στα λουλούδια. Πρέπει να ήταν πολύ εργατική, όλα αυτά τα έκανε όχι με την ησυχία της αλλά με αφοσίωση και αμέσως, το ένα πίσω από το άλλο, πολλές φορές χωρίς να σηκώσει καθόλου το κεφάλι για να ξαποστάσει. Κι εκείνη με κοίταξε μία φορά, αλλά ευθύς αμέσως έστρεψε πάλι την ματιά της προς το πάτωμα και σοβάρεψε…
Μια μέρα, καθώς ανέβαινα στην σκάλα για να πάω στο γραφείο του γιατρού, άκουσα μια φωνή στον διάδρομο και, σταματημένος στο πρώτο σκαλοπάτι, είδα την κυρία Πιλαρή να με χαιρετά. Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό και ζήτησα συγνώμη αν την ξύπνησα – όλες τις φορές στην αρχή πήγαινα πρωί στον γιατρό. «Όχι καθόλου», μου είπε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. «Όταν τελειώσετε με τον γιατρό, αν θέλετε, κατεβείτε στο σαλόνι, να πιούμε καφέ και να τα πούμε λιγάκι. Είμαι λίγο κρυωμένη και έχω δύο μέρες να δω άνθρωπο». Ομολογώ πως χάρηκα ιδιαίτερα από την πρόσκληση αυτή που δεν την ανέμενα καθόλου. Ώστε λοιπόν, εκτός από τον καθηγητή, και η γυναίκα του με είχε συμπαθήσει καταπώς φαίνεται και ευχαριστιόταν την παρέα μου. Πώς μπορούσα να αρνηθώ ; Συμφώνησα ενθουσιασμένος κι εκείνη γλίστρησε πάλι στο δωμάτιό της.
Όμως η μέρα έκρυβε μια έκπληξη ακόμη. Ο δόκτωρ Πιλαρή μου επιφύλασσε ένα πείραμα, όπως το ονόμασε, για αυτήν την συνεδρία μας. «Χαρίλαε», μου είπε μόλις κάθισα στην καρέκλα μου, «θέλω να μου κάνεις έναν υπολογισμό. Είσαι έξυπνος άνθρωπος και κόβει το μυαλό σου. Μπορείς λοιπόν να με βοηθήσεις ; Πόσο κάνει 354 επί 236 ;»
Έμεινα να τον κοιτάζω για μερικές στιγμές. Ρώτησα αν η πράξη αυτή αποσκοπεί σε κάτι πρακτικό ή αν οι αριθμοί ήταν τυχαίοι. Μου είπε πως αποσκοπεί φυσικά να μου καταδείξει κάτι, αλλά η συγκεκριμένη δεν είχε κανένα άλλο πρακτικό λόγο. «Μπορείς να υπολογίσεις όποιον ανάλογο πολλαπλασιασμό θες», απάντησε ο καθηγητής, «αρκεί να μην είναι πολύ απλοϊκός». Έτσι έμεινα σκεπτικός, βουλιάζοντας στην καρέκλα μου. Τί ήταν πάλι αυτό και σε τί εξυπηρετούσε ; «Ξέρεις να κάνεις πολλαπλασιασμό, έτσι δεν είναι ;». Έγνεψα καταφατικά. «Ωραία λοιπόν, περιμένω το αποτέλεσμα». Μερικά λεπτά κράτησε η αγωνία μου κι έπειτα, σηκώνοντας τους ώμους, παραιτήθηκα. Ήταν πρωί, το βράδυ είχα ανήσυχο ύπνο κι ακόμη και το ποτήρι με το δροσερό νερό δεν φάνηκε να είχε αποτέλεσμα. Τί να κάνω ; Αν ήταν κάτι πιο απλό…
«Γιατί ζητάς κάτι πιο απλό ;», ρώτησε ο καθηγητής και με κοίταξε αυστηρά, ευθύς όμως μαλάκωσε,  «μήπως αν χρησιμοποιούσες κάποιο από τα χαρτιά και μία πένα από το γραφείο μου θα τα κατάφερνες καλύτερα, ε ; Τί λες ;». Δέχτηκα ανακουφισμένος. «Φυσικά και θα τα κατάφερνα» απάντησα. Ο γιατρός άπλωσε το χέρι του και μου έδωσε μία λευκή κόλλα από το γραφείο του. «Διάλεξε όποια πένα θέλεις», μου είπε. Πήρα την κόλλα το χαρτί, διάλεξα μία πένα και καταπιάστηκα με τον πολλαπλασιασμό. Έπειτα παρέδωσα ξανά το χαρτί στον γιατρό με το αποτέλεσμα : «83544». 
«Αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνεις, Χαρίλαε, που θέλω να καταλήξω με όλο αυτό ;» είπε στην συνέχεια ο μακαρίτης γιατρός και ακούμπησε το χαρτί στην άκρη του γραφείου. «Προφανώς έχει να κάνει με το ότι δεν μπορούσα να υπολογίσω το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού στην αρχή», αποκρίθηκα απορημένος. Και ο γιατρός μού χαμογέλασε ξανά.
Θέλω να με πιστέψετε πως δεν τα αναφέρω όλα αυτά από κάποια κενόδοξη φλυαρία, ούτε βέβαια για να κολακέψω τον εαυτό μου, ούτε προσπαθώ – τόσο μάταια πια – να κερδίσω λίγο περισσότερο από τον ελάχιστο χρόνο που μου έχει απομείνει. Απλώς θεωρώ όλη την συνεργασία μου με τον δόκτορα Πιλαρή πολύ σημαντική για να φωτίσει πλήρως τα γεγονότα, να παρουσιάσει τον χαρακτήρα και τις μεθόδους – δηλαδή τον τρόπο σκέψης – του γιατρού καθώς και την δική μου ψυχοσύνθεση.
Ομολογώ πως δεν οδηγήθηκα στον γιατρό τελείως απροετοίμαστος. Αντιθέτως, τους τελευταίους μήνες είχα μελετήσει μόνος μου ψυχολογία, κοινωνιολογία και όσα μπόρεσα να βρω για την επιστήμη της συμπεριφοράς, ώστε, επισκεπτόμενος τον δόκτορα Πιλαρή, να είμαι αρκετά ψυλλιασμένος για όλα αυτά, κάτι που πιστεύω πως ο καθηγητής έπιασε και ίσως γι’ αυτό με συμπάθησε τόσο. Ο γιατρός ήταν από εκείνους που αγαπούν την δουλειά τους και αφιερώνουν σε αυτήν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Αλλά κι εμένα, η αγάπη για μάθηση με χαρακτήριζε πάντα. Και αυτό φαίνεται πως ο καθηγητής το κατάλαβε, γιατί αργότερα αυτή ακριβώς η τάση μου για γνώση έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην μεταξύ μας σχέση...
«Ακριβώς, Χαρίλαε», είπε ο γιατρός, με φανερή μία δόση ενθουσιασμού στα λόγια του, «πριν δεν μπορούσες να βρεις το αποτέλεσμα, παρόλο που, φαινομενικά, είχες όλα τα προσόντα για να το κάνεις. Μόνο όταν έπιασες την πένα και το χαρτί στα χέρια σου, μπόρεσες να οργανώσεις τα περιεχόμενα του νου σου και να δώσεις το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού, μία καθαρά νοητική διαδικασία, έπρεπε να περάσει μέσα από την ύλη για να έρθει στο φως».
Δεν ήξερα τι να πω. Προφανώς ο καθηγητής είχε δίκιο. Κι όπως μου εξήγησε αμέσως μετά, το ίδιο συνέβαινε με πολλά ζητήματα του κόσμου μας, στην ουσία με όλα τα ζητήματα του κόσμου μας, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο σπουδαία. Για όλα χρειάζονταν αυτό το μοίρασμα της δράσης μας. Η καλλιέργεια του νου και του πνεύματός μας ήταν σημαντική, για μερικούς ανθρώπους πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο, αλλά ταυτόχρονα, κυρίως για αυτούς τους ανθρώπους, η άγνοια της υλικής πραγματικότητας και των συνθηκών του κόσμου μας ορθωνόταν σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο μπροστά στα σχέδιά τους. Ακόμη και τα μεγαλύτερα πνευματικά επιτεύγματα, τόνισε ο γιατρός, χρειάζονται και τον κόσμο της ύλης για να μπορέσουν να φανερωθούν. Στην πραγματικότητα, κι αυτό πιστεύω σήμερα και εγώ, χρειάζεται μία αγαστή συνεργασία αυτών των δύο αλληλέγγυων κόσμων, στους οποίους έχουμε το προνόμιο, ή την κατάρα, να μετέχουμε εξίσου... 
Εκείνη την ημέρα άφησα το γραφείο του γιατρού ζαλισμένος, παραπατώντας νευρικά στην σκάλα και πιάνοντας τις δύο πλευρές του τοίχου, για να κατέβω με ασφάλεια. Μέσα στην ζάλη μου,  μπόρεσα να περάσω κατά μήκος του σκοτεινού διαδρόμου και στο κεφαλόσκαλο της μεγάλης σκάλας θυμήθηκα το ραντεβού που είχα με την κυρία Πιλαρή. Σταμάτησα λίγο να συνεφέρω τον εαυτό μου. Ο γιατρός είχε μείνει στο γραφείο του για να μελετήσει. Κάτι που συνήθιζε, απ’ ότι είχα καταλάβει. Έστρωσα με μερικές γρήγορες κινήσεις τα ρούχα μου, πέρασα το χέρι μου βιαστικά πάνω από τα μαλλιά μου και, κατεβαίνοντας την σκάλα, έριξα μια πεταχτή ματιά στον οβάλ καθρέπτη που υπήρχε στον τοίχο, πλάι μου. Και μέσα από έναν ακόμη καθρέπτη, από τους πολλούς που διέθετε η έπαυλη, μπόρεσα να διακρίνω στο μισόφωτο την κυρία Πιλαρή να κάθεται στον καναπέ του πρώτου σαλονιού. Καθόταν με το πρόσωπο στραμμένο προς την πόρτα που οδηγούσε στην αυλή και παρατηρούσε, μέσα από το φωτεινό παράθυρο, τους καινούριους ανθούς μιας μπουκαμβίλιας. Καθώς την πλησίασα, ξερόβηξα για να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Κι εκείνη ανασηκώθηκε και με κοίταξε τρομαγμένη για μια στιγμή.
« Συγνώμη, αν σας τρόμαξα », είπα απολογητικά και πλησίασα στον καναπέ. 
………………….

( Στην Αίθουσα Αναμονής )
Το καθημερινό μου πρόγραμμα εκείνη την περίοδο καθοριζόταν αποκλειστικά από τις επισκέψεις μου στον γιατρό. Μόλις σηκωνόμουν το πρωί από το κρεβάτι, έπινα βιαστικά ένα φλιτζάνι καφέ και βρισκόμουν αμέσως στον δρόμο, κατευθυνόμενος προς την στάση του λεωφορείου. Η διάθεσή μου ήταν φανερά βελτιωμένη. Η δροσιά του πρωινού, το αεράκι που φυσούσε ανάμεσα στα φύλλα των δένδρων στο πλάι του δρόμου και τα πρόσωπα των περιπατητών, είτε είχαν καθυστερήσει για την δουλειά τους, είτε βάδιζαν αργά χασομερώντας, ασκούσαν πάνω μου μία ανανεωτική επίδραση, τέτοια που, αν δεν προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, θα με έπιαναν τα γέλια και θα έφτανα στο σπίτι του γιατρού χοροπηδώντας πότε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και πότε στον δρόμο. Τόσο καλά αισθανόμουν με κάθε νέα μου επίσκεψη σε εκείνο το πολυτελές μέγαρο, όπου θα μου άνοιγαν την πόρτα με χαμόγελο, θα με έβαζαν να κάτσω σε περίοπτη θέση απέναντί τους και, τελικά, θα με συμβούλευαν με καλοσύνη ή – τι πιο απροσδόκητο ! – θα ζητούσαν την δική μου συμβουλή σε κάτι.
Το μόνο που μετρίαζε κάπως αυτήν μου την διάθεση ήταν η συνάντησή μου με τους άλλους ασθενείς του γιατρού. Γιατί, όπως σύντομα διαπίστωσα, δεν ήμουν ο μοναδικός που επισκεπτόταν τον γιατρό στο προσωπικό του γραφείο, αλλά υπήρχε και μία συγκεκριμένη ομάδα ασθενών, γνώριμων προφανώς από παλιά, που ανά τακτά διαστήματα έρχονταν στον γιατρό και τότε, όλοι μαζί, στον μικρό χώρο αναμονής που υπήρχε για αυτόν τον σκοπό, καθόμασταν αναπαυτικά και περιμέναμε αντικριστά στους δύο μεγάλους κόκκινους καναπέδες και στα άλλα καθίσματα που υπήρχαν.
Άφού τους ξαναείδα δυο και τρεις φορές, χώρισα τους ασθενείς αυτούς σε δύο ομάδες. Εκείνους που ήταν ευπρεπείς και σοβαροί, που περίμεναν υπομονετικά την σειρά τους χωρίς να ενοχλούν τους διπλανούς τους, κι είτε είχαν καρφωμένο το βλέμμα σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο και τον νου τους να πετάει αλλού, είτε ξεφύλλιζαν ένα περιοδικό, από τα πολλά που απλώνονταν πάνω στο τραπεζάκι, βαθιά προσηλωμένοι στις σελίδες του. Υπήρχαν όμως κι εκείνοι, της δεύτερης ομάδας, που ήταν φανερά εκκεντρικοί, που η εμφάνισή τους πρόδιδε αμέσως την πάθηση που κουβαλούσαν και η παρουσία τους μόνο απαρατήρητη δεν μπορούσε να περάσει. Τους πρώτους ομολογώ πως τους ντρεπόμουν λιγάκι, περιοριζόμουν στο να τους παρατηρώ σιωπηλός κι όποτε τύχαινε να συναντηθούν οι ματιές μας έστρεφα αλλού το βλέμμα. Τους δεύτερους, όμως, είτε τους έκανα πραγματικά χάζι διασκεδάζοντας μαζί τους, είτε τους αποστρεφόμουν και φρόντιζα να κάθομαι όσο γινόταν μακριά τους. 
Παρατηρώντας τους, έφτιαχνα με τον νου μου μια ολόκληρη πινακοθήκη από τύπους περίεργους. Κι έφτανα στο σημείο, αν κάποιος έκανε μεγάλο διάστημα να παρουσιαστεί, να μου λείπει, και όσο αργούσε να έρθει τον αναζητούσα στην μνήμη μου και προσπαθούσα να ανακαλέσω την μορφή του. Παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί – όσο αλλόκοτοι κι αν ήταν, ό,τι ασθένειες κι αν κουβαλούσαν – δεν σχετίζονται άμεσα με την τραγική ιστορία του γιατρού, ούτε με την ακόμη τραγικότερη κατάληξη του θανάτου του, πιστεύω πως έχει μια σημασία να τους αναφέρω εδώ, μιας και αφορούν στην επαγγελματική καθημερινότητα του μακαρίτη καθηγητή και ίσως – εγώ τουλάχιστον είμαι σίγουρος για αυτό – να επηρέαζαν με διάφορους τρόπους την ψυχοσύνθεσή του. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην είναι, μπαίνω στον πειρασμό να καταγράψω την περίπτωσή τους για δική μου ευχαρίστηση. Πόσος χρόνος ακόμη μου απομένει ; Ποιός μπορεί να με διαβεβαιώσει πως δεν είναι αυτά τα τελευταία λόγια που αφήνω πίσω μου προτού με βρει το αναπόφευκτο τέλος ; Όπως και να ’χει, αυτή είναι η τελική μου αναφορά, ας την ευχαριστηθώ τουλάχιστον…
Ήταν κάποιος που έφερε πάντα μαζί του έναν μεγάλο χαρτοφύλακα. Κουστουμα-ρισμένος, με γαλάζια ή πορτοκαλιά γραβάτα και παπούτσια καλογυαλισμένα, είχε τον αέρα στελέχους πολυεθνικής. Μόλις καθόταν στον καναπέ, άνοιγε τον χαρτοφύλακά του και ανέσυρε, ανάμεσα από άλλα χαρτιά, ένα περιοδικό με εξωτικό εξώφυλλο και περιεχόμενο προφανώς ταξιδιωτικού χαρακτήρα. Στην συνέχεια, άφηνε τον χαρτοφύλακα στην άκρη της θέσης που καθόταν και για την υπόλοιπη ώρα της αναμονής του βυθιζόταν στην ανάγνωση. Τον κοιτούσα κι εγώ σιωπηλός – προσέχοντας μόνο να μην καρφώνομε κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα – και προσπαθούσα να καταλάβω τι σόι άνθρωπος είναι. Φαινόταν μορφωμένος, έξυπνος, άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, αλλά τότε τί γύρευε εδώ ; Προφανώς συνήθιζε να ταξιδεύει, μάλλον στο εξωτερικό, και μερικές φορές που ερχόταν φουριόζος, ο γιατρός, παρακάμπτοντας την σειρά των ασθενών, ζητούσε από όλους συγνώμη – ακόμη κι από εμένα – και τον καλούσε πρώτο να περάσει στο γραφείο του. Αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση ξεσήκωνε ένα σιγανό μουρμουρητό, αλλά ο περιποιημένος άντρας σηκωνόταν αποφασιστικά και μας προσπερνούσε χωρίς να κοιτάξει γύρω του. Εκείνες τις στιγμές αναρωτιόμουν αν ήταν υπερόπτης ή βαθιά βυθισμένος σε σκέψεις δικές του.
Κάποιος άλλος έμοιαζε με μεγαλόσωμο παιδί. Το κεφάλι του ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα, τα μάτια του πεταχτά προς τα έξω, η μύτη πλακουτσωτή και το κάτω χείλος προτεταμένο και σαλιωμένο, έτσι που σου έδινε την εντύπωση πως ανέπνεε μονίμως από το στόμα. Τα μαλλιά του, όποτε ήταν ξεσκούφωτος, φαίνονταν πυκνά από πίσω και προς τα μπρος ν’ αραιώνουν, με μερικές τούφες να πετάγονται εδώ κι εκεί. Κατά τ’ άλλα, όμως, η συμπεριφορά του ήταν αυτή ενός φυσιολογικού ανθρώπου και αν τον κοιτούσες με προσοχή στο πρόσωπο θα καταλάβαινες αμέσως την ηλικία του, είχε πατήσει πια τα τριάντα. Μερικές φορές ερχόταν αγκαλιά με το όργανο που του εξασφάλιζε τον βιοπορισμό του : έπαιζε βιολί σ’ ένα νυχτερινό κέντρο. Αν κάποιος τον κοιτούσε, έπαιρνε αμέσως θάρρος και τον πλησίαζε. «Θέλετε να σας παίξω κάτι, αγαπητέ κύριε ;» ρωτούσε με εκείνο το αφελές ύφος του, κι ο άλλος δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Του ζητούσε τότε να παίξει κάποιο γνωστό λαϊκό άσμα ή τον ύμνο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας κι ο γιγαντόσωμος μπέμπης ξεκινούσε. Άλλες φορές πάλι έπαιρνε μόνος του την πρωτοβουλία, κι εκεί που στεκόταν σιωπηλός σήκωνε τα χέρια, κρατούσε γερά το κοντάρι και αρχινούσε να γρατζουνά το βιολί του. Μέσα στην ησυχία της σάλας, που την διαπερνούσε μοναχά το χλιαρό φως του πρωινού ή το πιο δυνατό τ’ απομεσήμερου, ακουγόταν η γλυκιά μουσική του οργάνου, μια απαλή υπόκρουση στις χαμένες σκέψεις μας, στους μακρινούς λογισμούς μας, και κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί.
Λόγω της συμπαθητικής του εμφάνισης και της πνευματώδους ακτινοβολίας του ευγενικού του οργάνου, είχαμε αναπτύξει μια μεγαλύτερη οικειότητα. Του χαμογελούσα πάντοτε όποτε έπαιζε και μου χαμογελούσε κι αυτός με την σειρά του και μου ανταπόδιδε το βλέμμα. Έμοιαζε τότε με τους νάνους των παραμυθιών, εκείνους που ζουν μες το δάσος και είναι προικισμένοι με μαγικές ιδιότητες. Μόλις τελείωνε το βιολί του, έβγαζε μια βαθιά ανάσα και με πλησίαζε. «Πώς είσαι σήμερα, Χαρίλαε ;» με ρωτούσε συχνά και ξεκινούσε την κουβέντα…. Σκέφτομαι τώρα πως έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα και δεδομένης της απουσίας του καθηγητή, είναι το μοναδικό άτομο που στεναχωριέμαι γιατί δεν θα ξανανταμώσω πια. Κι αναρωτιέμαι τί θα σκέφτεται άραγε για μένα με όλες αυτές τις φήμες που κυκλοφορούν, αλλά με παρηγορεί κάπως η σκέψη πως ελάχιστα θα πιστεύει σε όλα αυτά. Κι από την άλλη, σκέφτομαι πως είναι το μόνο άτομο που μπορεί να σας δώσει μια ασφαλή περιγραφή για μένα. Βρείτε τον, αν θέλετε, και ρωτήστε τον…
Η συντροφιά μας δεν αποτελούνταν μόνο από φιλήσυχους και εκλεπτυσμένους. Έπειτα ερχόταν ένας τύπος άγριος, που απέφευγα να κάθομαι κοντά του, αλλά κι εκείνος ελάχιστα καθόταν, προτιμούσε να γυροφέρνει από τον ένα τοίχο στον άλλον, κοιτάζοντας ύποπτα γύρω και παραμιλώντας. Πάντα φορούσε το ίδιο φαρδύ παντελόνι, ξεχειλωμένο στα γόνατα και λερωμένο στα μπατζάκια, και το ίδιο τριμμένο πανωφόρι. Το ότι μιλούσε μόνος του ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του, αλλά είτε επειδή όσα έλεγε μπουρδουκλωμένα και λειψά τα έλεγε, είτε επειδή στην πραγματικότητα σιγομουρμούριζε ακαταπαύστως, σχεδόν τίποτα δεν μπορούσα να καταλάβω. Ο γιατρός, όταν άνοιγε την πόρτα του, αντί να φωνάξει το όνομά του, όπως έκανε σε όλους τους άλλους, ερχόταν ο ίδιος έξω και, πιάνοντας τον από τους ώμους, ήρεμα τον καλούσε να περάσει. Ο φουκαράς τα είχε προφανώς χαμένα και οι στιγμές της διαύγειάς του, οπότε και καθόταν στον καναπέ, ήταν ελάχιστες. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο πιο δυστυχής απ’ όσους συνάντησα στο γραφείο του γιατρού αν δεν είχα γνωρίσει τον μεσόκοπο επιχειρηματία…
Ήταν η τυπική περίπτωση ανθρώπου αυτοδημιούργητου, που είχε καταφέρει να φτιάξει μια τεράστια επιχείρηση και τα τελευταία χρόνια είχε πετύχει να την οργανώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χρειάζεται πια να εργάζεται. Μέχρι τότε ζούσε αποκλειστικά για την δουλειά του, συγκεντρώνοντας σε αυτήν όλη του την ενεργητικότητα, εκείνη την απίστευτη ένταση και μονόπλευρη επιμονή των επιτυχημένων επιχειρηματιών του είδους του. Εν ολίγοις, σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις, ζούσε για να εργάζεται και για να βγάζει λεφτά. 
Τελικά, αφού θεώρησε ότι μια χαρά τα είχε καταφέρει στο κυνήγι του χρήματος, αγόρασε ένα πανέμορφο σπιτικό, που καταλάμβανε έκταση μιας ολόκληρης πλαγιάς, σκοπεύοντας  εκεί να περάσει το υπόλοιπο του βίου του απολαμβάνοντας τα αγαθά του. Οι απολαύσεις του περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, πολυτελή αυτοκίνητα, γαλαζοαίματα άλογα, παιχνίδια γκολφ και τένις με ευχάριστους τύπους του κύκλου του και πάρτι που προορίζονταν να αφήσουν εποχή με την γκλαμουριά και την γενναιοδωρία τους. Κι όμως, φάνηκε τελικά ο δυστυχής πως υπολόγιζε χωρίς τον νοικοκύρη. Γιατί, απ’ όσα μου διηγήθηκε έπειτα ο ίδιος, μερικές εβδομάδες αφότου ξεκίνησε την καινούρια του ζωή, μια ζωή ξεκούρασης και καλοπέρασης, άρχισε ξαφνικά να υποφέρει από κάποιες παράξενες ενοχλήσεις στο σώμα και στην διάθεσή του, με αποτέλεσμα, μέσα σε λίγο καιρό, να καταντήσει να μην τον ενδιαφέρει πλέον τίποτα, καθώς βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε μια κατάσταση ακραίου υποχονδριασμού και μελαγχολίας. Ενώ πριν, που εργαζόταν πυρετωδώς στις επιχειρήσεις του, ήταν άφθονες οι σωματικές του δυνάμεις και ασυνήθιστη η ενέργειά του, τώρα που είχε έρθει η εποχή της διασκέδασης ο ίδιος κατέρρεε και έμοιαζε περισσότερο με ένα δύστροφο παιδί. Έχοντας διεισδύσει για τα καλά στον φαύλο κύκλο ενός δαιδαλώδους λαβυρίνθου, αποφάσισε τελικά να προσφύγει σε κάτι που ποτέ πριν δεν είχε ξαναδοκιμάσει: να ζητήσει την βοήθεια και την γνώμη ενός άλλου ανθρώπου.
Παρόλο που συχνά καθόμασταν δίπλα-δίπλα και ανταλλάσσαμε κουβέντες, καθώς φαίνεται πως του έδινα την εντύπωση προσιτού και έμπιστου ανθρώπου και ταυτόχρονα όχι ολότελα τρελού σε σχέση με τους άλλους, δεν μπορώ να γνωρίζω τι συμβουλές του έδινε ο γιατρός, με ποιο τρόπο προσέγγιζε την, ομολογουμένως ιδιάζουσα, περίπτωσή του. Μπορώ, όμως, να βεβαιώσω για την κλιμακούμενη βελτίωση που παρουσίαζε καθώς, όσο περνούσε ο καιρός, το άγχος και η δυστοκία του υποχωρούσαν, η αλλοπρόσαλλη ένταση που διακρινόταν στο βλέμμα και στις νευρικές του κινήσεις έσβηνε και επανερχόταν, αργά μεν αλλά σταθερά, στους ρυθμούς του παλιού εαυτού του. Στο τέλος, μου εξομολογήθηκε πως κατέβαλε προσπάθεια να επανέλθει στις επιχειρήσεις του και, χωρίς να γνωρίζει ξανά την ανάλογη επιτυχία, είχε καταφέρει τουλάχιστον να επιτύχει την παλιά του ηρεμία.
Η περίπτωσή του, του επιτυχημένου επιχειρηματία που γνώρισε τον τρόμο, με έβαζε σε σκέψεις και με γέμιζε μ’ ένα σωρό ανησυχίες. Πόσο πολύπλοκη ήταν λοιπόν η μοίρα του ανθρώπου ; Πόσο αληθινά ελεύθεροι είμαστε να επιλέξουμε την ζωή και τους ρυθμούς που επιθυμούμε ; Και ακόμη, πόσα πράγματα βρίσκονται κρυμμένα μέσα μας, τι ανομολόγητες δυνάμεις, πόσους πολλούς εαυτούς κουβαλά ο καθένας ! Αυτές ήταν οι σκέψεις που με βασάνιζαν κατά την διάρκεια της αναμονής μου έξω από το γραφείο του καθηγητή και δεν έβρισκα παρά ελάχιστες απαντήσεις και παρηγοριόμουν μόνο από την γλυκιά μελωδία που ξεδίπλωνε το βιολί του μικρομέγαλου συνδαιτυμόνα…

© Δημήτρης Αργασταράς.