Το 2000 ο Steven King δημοσίευσε το Ridding the Bullet (‘‘H Σφαίρα του Τρόμου’’ ελληνιστί) αποκλειστικά στο διαδίκτυο, δημιουργώντας το πρώτο e-book στην ιστορία και προσελκύοντας πάνω από μισό εκατομμύριο αναγνώστες on-line. Για τον ίδιο ήταν ένας καινούριος τρόπος προώθησης της παραδοσιακής δουλειάς του, για τον ενθουσιώδη κόσμο του διαδικτύου όμως ήταν ένα μεγάλο γεγονός. Μετά από αυτό, ο King λέει πως πλέον όλοι τον σταματούσαν, στον δρόμο, στο εστιατόριο, στο αεροδρόμιο, για να του μιλήσουν και να του ζητήσουν αυτόγραφο – κάτι που δεν συνέβαινε νωρίτερα -, πως είχε προσκλήσεις για τρία talk show την ημέρα, και πως τα χρήματα ήταν υπερβολικά πολλά για απλώς μία ιστορία.

Δέκα χρόνια μετά πολλά πράγματα έχουν αλλάξει όσον αφορά στο internet και στους λογοτεχνικούς πειραματισμούς μέσα από αυτό. Πλέον υπάρχουν sites, forums, προσωπικές σελίδες, όπου μπορεί κανείς να ‘‘ανεβάσει’’ την δουλειά του, επαγγελματίας ή ερασιτέχνης, και να δεχτεί το αντίστοιχο feed-back ή απλά να κάνει την φιγούρα του. Το 2006 – κάτι άλλο καλό με το internet είναι ότι συγκρατεί ημερομηνίες – ανέβασα μερικά δικά μου ασήμαντα γραπτά σε αυτό το blog κι ομολογώ πως η ανταπόκριση δεν ήταν μικρή (όπως υποθέτω ότι γίνεται συνήθως – η ανταπόκριση ποτέ δεν είναι μικρή στο διαδίκτυο). Λίγα χρόνια αργότερα, το ‘‘Μικρό ανθρωπάκι κι ο Κύκλος’’ άρεσε στην συντακτική ομάδα του περιοδικού ‘‘Συμπαντικές Διαδρομές’’ και δημοσιεύτηκε στο 9ο τεύχος του, ο ‘‘Λαβύρινθος’’ άρεσε στα παιδιά της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. και το δημοσίευσαν στο δικό τους free-press, μαζί με την τιμή να με δεχτούν στην λέσχη, ενώ ‘‘Ο Φωτισμένος’’ συμπεριλήφθηκε στην ανθολογία του sff.gr ‘‘Ονειρών Σκιές’’ που εκδόθηκε το 2008.

Τώρα, σκέφτομαι να ανεβάσω κάτι πιο πρόσφατο. Μία ιστορία που να ανταποκρίνεται στις σημερινές λογοτεχνικές μου ανησυχίες, ένα διήγημα κι έναν τρόπο γραφής πιο πρόσφατης παραγωγής. Πέρα από τις διάφορες σημειώσεις, τα άρθρα, τις παραπομπές, η λογοτεχνία παραμένει για μένα το πιο σημαντικό, γιατί είναι εκείνη η πιο προσωπική στιγμή του γράφοντος, η στιγμή που αδειάζεις τον νου σου απ’ όλα τα άλλα – ένα ιδιότυπο, ίσως, είδος διαλογισμού – κι εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου στην μαγεία της δημιουργίας, του αγνώστου και του καινούριου.

Ο Steven King, με τον οποίο ξεκίνησα αυτήν την εισαγωγή, λέει πως «ολόκληρη η λογοτεχνία, κυρίως η λογοτεχνία του παράδοξου και του φανταστικού, είναι μια σπηλιά όπου αναγνώστες και συγγραφείς κρύβονται από την ζωή… Μέσα σε τούτες τις σπηλιές, σε τούτα τα κρησφύγετα, γλείφουμε τις πληγές μας και προετοιμαζόμαστε για την επόμενη μάχη που θα δώσουμε έξω, στον πραγματικό κόσμο». Μέσα από το παρακάτω λοιπόν, σας προσκαλώ για λίγο – δηλαδή εσένα, Τολμηρέ Αναγνώστη – στην δική μου σπηλιά…

- - -

Ο Νυχτερινός Επισκέπτης

Ήταν βράδυ Παρασκευής, ο Τηλέμαχος είχε μόλις τελειώσει την ανάγκη του, με δύο - τρία μικρά τινάγματα, κι ήταν έτοιμος να τραβήξει το καζανάκι της τουαλέτας, όταν άκουσε εκείνους τους ήχους από τον φωταγωγό. Σταμάτησε την κίνησή του κι αφουγκράστηκε. Δεν θυμόταν να είχε ξανακούσει κάτι παρόμοιο κι ήθελε να είναι σίγουρος γι' αυτό. Ο ήχος ακουγόταν σαν το φτεροκόπημα ενός πουλιού μέσα στον φωταγωγό, σαν φτερούγες που χτυπούσαν κι αναδιπλώνονταν σε μια προσπάθεια στήριξης ή προσγείωσης, και στην αρχή σκέφτηκε πως κάτι παράξενο συνέβαινε εκεί πάνω. Έπειτα, όμως, μια πιο οικεία εικόνα σχηματίστηκε στο μυαλό του: προφανώς ήταν ο παφλασμός από κάποιο σεντόνι ή ρούχο, που είχε ξεφύγει από το σκοινί του απλώματος και τώρα χτυπούσε στην ταράτσα. Ο ίδιος δεν είχε βγάλει τίποτα έξω κι ο καιρός δεν ήταν άσχημος, δεν φυσούσε σχεδόν καθόλου, αλλά αυτή του φάνηκε ως η πιο λογική εξήγηση που μπορούσε να δώσει. Έτσι, αφού ησύχασε με αυτήν την σκέψη, τράβηξε το καζανάκι κι έκλεισε το φως του μπάνιου, επιστρέφοντας στο σαλόνι του μικρού του διαμερίσματος.

Ήταν μία ακόμη συνηθισμένη βραδιά, κι ο Τηλέμαχος δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον να κάνει, απλώς λίγο ακόμη ζάπινγκ στην τηλεόραση και να τελειώσει την μπύρα του, πριν πέσει για ύπνο. Η αλήθεια ήταν πως είχε βαρεθεί όλα τα τηλεοπτικά προγράμματα και τα διάφορα μεταμεσονύχτια shows που υποτίθεται πως προσπαθούσαν να τον διασκεδάσουν, τα είχε δει όλα χιλιάδες φορές κι είχε αρχίσει να διακρίνει πλέον την τραγική έλλειψη πρωτοτυπίας που παραμόνευε πίσω από την επανάληψή τους. Σε αυτό το συμπέρασμα έφτανε κι απόψε, καθώς έπινε την τελευταία γουλιά κι άφηνε το κουτάκι της μπύρας, άδειο κι έρημο, πάνω στο τραπεζάκι μπροστά του. Ένας ευτραφής τύπος στην οθόνη πουλούσε μαξιλάρια, υπέροχα μαξιλάρια από υαλοβάμβακα, που υπόσχονταν έναν ύπνο ονειρεμένο, απαλλαγμένο από κάθε έγνοια. Ο Τηλέμαχος συμφώνησε μαζί του, αφού επέμενε τόσο πολύ, και σηκώθηκε από τον καναπέ.

Κάθε βράδυ που ξάπλωνε στο δωμάτιό του, μα κάθε βράδυ, και λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκεφτόταν τις φορές που δεν ήταν μόνος του στην δική του πλευρά του κρεβατιού. Σκεφτόταν εκείνες τις φορές - και δεν ήταν πολλές - που είχε μοιραστεί το κρεβάτι του με κάποια από τις φιλενάδες του. Η Μαρία θα είχε ακόμη αναμμένο το πορτατίφ στην δική της μεριά και θα επέμενε πως έπρεπε πρώτα να τελειώσει το βιβλίο της και μετά να σβήσει το φως. Θα του διάβαζε λίγες γραμμές από εκείνα τα αποσπάσματα που της είχαν κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση, αλλά ποτέ δεν θα ζητούσε την γνώμη του. Ποτέ δεν συζητούσε για αυτά που διάβαζε κι ο Τηλέμαχος ήταν σίγουρος πως ποτέ δεν τα αμφισβητούσε επίσης. Οι συγγραφείς ήταν οι θεοί στην χώρα της ανθρώπινης ψυχής, συνήθιζε να λέει, και οι αναγνώστες ήταν οι περιηγητές της, δεν είχες τίποτα άλλο να σκεφτείς πάνω σε αυτό, παρά μονάχα να νιώσεις. Η Μαρία είχε φύγει πια από την ζωή του – γιατί είχε φύγει αλήθεια ; - αλλά ο Τηλέμαχος εξακολουθούσε να διατηρεί την νυχτερινή της συνήθεια. Μερικές φορές πάλι θυμόταν την Τόνια, και χαμογελούσε στην σκέψη πως θα ησύχαζε μόνο αν τον κουκούλωνε κι εκείνον ολόκληρο με το σεντόνι, πριν αρχίσουν τα ερωτικά τους παιχνίδια. Η Τόνια μύριζε σαν την απαλή αύρα ενός απογεύματος σε κάποιο λεμονοδάσος κι η κόκκινη χαίτη της είχε το συνήθειο να κυματίζει πάνω στο ωχρό της δέρμα. Η ανάμνησή της, όμως, ήταν εκείνη που ξεθώριαζε περισσότερο από κάθε άλλη στην μνήμη του Τηλέμαχου τον τελευταίο καιρό.

Ο Τηλέμαχος δεν είχε όρεξη να διαβάσει απόψε και τα βλέφαρά του έκλειναν – καθώς φαίνεται θα βυθιζόταν σε έναν ύπνο πυκνό, δίχως όνειρα – όταν ξανάκουσε εκείνους τους ήχους. Αυτή την φορά ακουγόταν σαν ένα μακρύ σύρσιμο, σαν κάποιος να τραβούσε κάτι από μεγάλη απόσταση, ή μάλλον όχι, ακουγόταν σαν κάποιος να απολάμβανε ένα μακρόσυρτο ρούφηγμα. Ανασηκώθηκε και στηρίχθηκε στον αγκώνα του, καθώς έστηνε αυτί. Ο ήχος ερχόταν από το επάνω διαμέρισμα, για την ακρίβεια τον ένιωθε ακριβώς πάνω από το κεφάλι του, στην κρεβατοκάμαρα του επάνω διαμερίσματος, κι έμοιαζε πράγματι με ένα μακρύ ρούφηγμα, λες και κάποιος ρουφούσε από μεγάλη απόσταση μ' ένα καλαμάκι. Ή ίσως είναι επιθανάτιος ρόγχος, ο κ. Παρασκευόπουλος από επάνω..., σκέφτηκε ο Τηλέμαχος κι αμέσως τον διαπέρασε κρύος ιδρώτας. Ο γέρος μπορεί να πέθαινε ακριβώς αυτή την στιγμή, μόνος κι αυτός στο διαμέρισμά του, και δεν ήταν κανείς εκεί για να τον βοηθήσει. Ή μπορεί να είναι απλώς ο αέρας, σκέφτηκε πάλι, προφανώς κάποια πόρτα είχε μείνει ανοιχτή, κάποια χαραμάδα άφηνε το υπόκωφο ουρλιαχτό της μέσα στην νύχτα.

Σηκώθηκε και πήγε μέχρι την μπαλκονόπορτα, να διαπιστώσει τί συνέβαινε επιτέλους με τον καιρό απόψε. Όταν επέστρεφε από την δουλειά, γύρω στις πεντέμισι, ένα μουντό σκοτάδι είχε ήδη απλωθεί παντού, αλλά ο αέρας από πάνω του ήταν ακίνητος, μια άπνοια και μια παγωνιά που σου πάγωνε το μεδούλι. Τώρα πράγματι φυσούσε λίγο, μπορούσε να δει τα φύλλα των δένδρων στην άκρη του δρόμου να σαλεύουν απ’ το νυχτερινό αεράκι, αλλά όταν ξαναέστησε αυτί διαπίστωσε πως ο θόρυβος είχε πλέον σταματήσει. Ό,τι κι αν ήταν ή όποιος κι αν ήταν, είχε πάψει να ακούγεται. Κι ενώ για μια στιγμή σκέφτηκε να χτυπήσει στον κ. Παρασκευόπουλο και να τον ρωτήσει αν όλα ήταν εντάξει, τελικά αποφάσισε να μην το κάνει. Πόσες φορές, σκέφτηκε, είχαν συναντηθεί κι είχε τύχει να μιλήσουν, πέρα από ένα καλό απόγευμα τις καθημερινές και μια καλημέρα τα σαββατοκύριακα ; Ακόμη και για εκείνο το πρόβλημα με τα υδραυλικά, που είχε γίνει αρκετά έντονο τις τελευταίες ημέρες, δεν είχε βρει μέχρι στιγμής την όρεξη να του μιλήσει. Ο Τηλέμαχος δεν συνήθιζε να ενοχλεί τους ανθρώπους, γεγονός που συχνά του προσέδιδε τον χαρακτηρισμό του απόμακρου, κι αποφάσισε πως ούτε οι αποψινές μεταμεσονύχτιες ώρες ήταν κατάλληλες για να πιάσει κουβέντα. Έτσι, επέστρεψε στο κρεβάτι του, τράβηξε τα σκεπάσματα μέχρι το πηγούνι, κι έκλεισε τα αυτιά του σε κάθε ήχο.
 
* * *
 
Όταν το επόμενο πρωί ο Τηλέμαχος στάθηκε στην πόρτα του μπάνιου, ελέγχοντας τις τσέπες του για τα κλειδιά του (για μια στιγμή ανησύχησε καθώς δεν τα βρήκε, αλλά έπειτα θυμήθηκε πως τα είχε αφήσει στην τσάντα του), είδε δύο χοντρές σταγόνες να πέφτουν πάνω στο μανίκι του πουκαμίσου του. Η μία μετά την άλλη οι σταγόνες πότισαν το ύφασμα στο πουκάμισό του, αφήνοντας ένα παχύρευστο ρόδινο χρώμα. Μα, τί στην ευχή... μια αιφνίδια αστραπή έκπληξης τον διαπέρασε μέχρι να καταλάβει. Ύστερα σήκωσε το χέρι του και μία ακόμη σταγόνα έπεσε στην μέση της παλάμης του. Σηκώνοντας το κεφάλι, είδε πάνω από την πόρτα του μπάνιου το σπηλαιώδες σκοτάδι που έβγαινε από το ανοιχτό πατάρι. Ο μικρός χώρος είχε πλημμυρίσει πάλι από τα υδραυλικά του επάνω διαμερίσματος, ένα πρόβλημα με τον θερμοσίφωνα του κ. Παρασκευόπουλου, που απ' ότι φαινόταν ο ηλικιωμένος άντρας ακόμη δεν είχε μπορέσει να το λύσει. Αλλά ο Τηλέμαχος ήταν σίγουρος πως είχε αδειάσει εντελώς το πατάρι, είχε μεταφέρει κάθε χαρτοκούτι και κάθε σακούλα με τα πράγματα που φύλαγε εκεί πάνω, κι έτσι δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τώρα ούτε το παράξενο χρώμα του νερού, ούτε την υφή του. Τί στην ευχή έκανε ο κ. Παρασκευόπουλος εκεί πάνω ; Για ακόμη μία φορά όμως δεν είχε χρόνο να το ψάξει. Έπρεπε να αλλάξει πουκάμισο και να τρέξει μέχρι την στάση του λεωφορείου, αν ήθελε να είναι στην ώρα του στην δουλειά. Κι έπρεπε να είναι, γιατί ο Τηλέμαχος δεν μπορούσε να αντέξει καν το άγχος του στην ιδέα πως θα καθυστερούσε.

* * *

Αρκετές ώρες αργότερα, ο παράξενος επισκέπτης τον περίμενε καθισμένος στα σκαλοπάτια. Έγερνε μπροστά, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και το πρόσωπο στραμμένο στο δάπεδο. Δεν ήταν εύκολο να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά του κι ο Τηλέμαχος στην αρχή δεν τον πρόσεξε καθώς έβγαινε από το ασανσέρ. Ο όροφος φωτίστηκε για λίγο από το φως της καμπίνας, τα κλειδιά κουδούνισαν καθώς έβγαιναν από την τσάντα, κι ο ήχος τους έκανε τον άντρα να κουνηθεί. Με την άκρη του ματιού, ο Τηλέμαχος έπιασε την σκοτεινή σιλουέτα να ισιώνει την πλάτη της κι ύστερα ένιωσε την επιδερμίδα του ν' ανατριχιάζει. Ενστικτωδώς, πίεσε τον διακόπτη και φώτισε τον διάδρομο.

''Με συγχωρείτε, περιμένετε κάποιον ;''

Ο παράξενος άντρας σηκώθηκε όρθιος, σαν να έδινε συνειδητά εντολή στις αρθρώσεις του ν' ανοίξουν. Ήταν αρκετά ψηλός, με πολύ λεπτά άκρα και μεγάλες πλάτες, με μαλλιά μακριά και δεμένα πίσω σε μία λεπτή κοτσίδα, όπως έχουν συχνά οι καλλιτέχνες, με μάτια που φαίνονταν νυσταγμένα – γενικά ολόκληρο το πρόσωπό του εξέπεμπε μια βαθιά ηρεμία – ενώ για στόμα είχε μια μακριά σχισμή σχεδόν χωρίς χείλη πάνω από το φαρδύ του πηγούνι. Ο άντρας ήταν πολύ χλωμός, θα μπορούσε να είναι μακιγιαρισμένος, κι ο Τηλέμαχος σκέφτηκε πως δεν ήταν εύκολο να προσδιορίσεις την ηλικία του. Καθώς μετατόπιζε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο, η μακριά του καμπαρντίνα ανέμισε στα πλευρά του, σαν φτερούγες που αναδιπλώνονται.

''Εμένα με συγχωρείτε, θα πρέπει να σας τρόμαξα. Είμαι ο καινούριος σας γείτονας, στον πέμπτο...''

''Καινούριος... Δεν ήξερα πως ο κ. Παρασκευόπουλος είχε φύγει.''

Ο άγνωστος έκανε μια αόριστη χειρονομία και κούνησε το κεφάλι του.

''Ω, ναι, νομίζω πως ο προηγούμενος ένοικος εγκατέλειψε το διαμέρισμα, κι εγώ χρειαζόμουν επειγόντως ένα κατάλυμα. Σκοπεύω να περάσω μερικούς μήνες στην πρωτεύουσα ξέρετε.''

Ο Τηλέμαχος προσπαθούσε να επεξεργαστεί την πληροφορία πως ο ηλικιωμένος του γείτονας στον πέμπτο όροφο είχε μετακομίσει, χωρίς ο ίδιος να έχει πάρει χαμπάρι, ενώ στο βάθος του μυαλού του αντηχούσε ακόμη, για κάποιον άγνωστο λόγο, η λέξη ''κατάλυμα'' και η χροιά της φωνής του ξένου άντρα που είχε τώρα μπροστά του. Ήταν βαθιά και ζεστή και του έφερνε στον νου τα μεταγλωττισμένα κινούμενα σχέδια που έβλεπε μικρός. Ταυτόχρονα, ένιωσε να ζαλίζεται. Καθώς περίμενε στην καμπίνα του ασανσέρ, μόλις λίγες στιγμές νωρίτερα, οι ώμοι του έγερναν μπροστά και ένιωθε ολόκληρο το κορμί του να ουρλιάζει για λίγη ξεκούραση στο μαλακό του κρεβάτι. Για μια στιγμή, μόλις βγήκε απ’ το ασανσέρ, ξεχάστηκε κι η αδρεναλίνη του πήρε πάλι μπρος, αλλά αυτό το αίσθημα είχε επιστρέψει πιο έντονο τώρα, μια γλυκιά κούραση και η ανάγκη για λίγη ζεστή θαλπωρή, κάπου όπου θα μπορούσε να κουρνιάσει. Ένιωσε τα μάτια του να γλαρώνουν και τα γόνατά του να λυγίζουν. Προσπάθησε όμως να επαναφέρει τον εαυτό του, έγνεψε στον καινούριο του γείτονα κι έβαλε τα κλειδιά στην πόρτα ανοίγοντάς την.

Ο άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά κι ο Τηλέμαχος ένιωσε πάλι μια απροσδιόριστη ανησυχία.

''Με συγχωρείτε. Ονομάζομαι Βλαδίμηρος Τεπερίδης και πολύ φοβάμαι πως το διαμέρισμά μου δεν είναι ακριβώς έτσι όπως μου το υποσχέθηκαν. Νομίζω πως έχει σοβαρό πρόβλημα με τα υδραυλικά του, για την ακρίβεια το μπάνιο κι ο διάδρομος έχουν πλημμυρίσει, και γενικότερα...''

Κυκλοφορούσε η φήμη πως ο κ. Παρασκευόπουλος είχε εγκαταστήσει στο παρελθόν ένα πρόβατο στο διαμέρισμά του. Ο Τηλέμαχος το έβρισκε εξωφρενικό αλλά οι παλαιότεροι κάτοικοι της πολυκατοικίας ορκίζονταν ότι ήταν αλήθεια. Συχνά κατά την διάρκεια της ημέρας ακούγονταν βελάσματα από τον τελευταίο όροφο, τα οποία μόνο κάποια προχωρημένη ώρα της νύχτας διακόπτονταν απότομα, επειδή προφανώς, έλεγαν, πρέπει να είχε κάποιο φίμωτρο που το φορούσε τότε στο καημένο το ζωντανό. Όλες τους οι εκκλήσεις προς την αστυνομία και το υγειονομικό δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, είχαν γίνει πλέον γνωστοί στις υπηρεσίες ως ''αυτοί με το πρόβατο'' και γελούσαν μαζί τους, ώσπου χρειάστηκε οι υπάλληλοι του υγειονομικού να την στήσουν μια ολόκληρη μέρα έξω από το διαμέρισμα και να πιάσουν τον ηλικιωμένο ένοικο ακριβώς την στιγμή που άνοιγε την πόρτα. Το πρόβατο βρισκόταν στο σαλόνι, είπαν όσοι είδαν την σκηνή με τα μάτια τους, και μασούλαγε χλωρά μαρούλια από μία μεγάλη γαβάθα ακουμπισμένη μπροστά του. Ο Τηλέμαχος θυμόταν καμιά φορά αυτή την ιστορία, που είχε συμβεί πολύ πριν από την δική του άφιξη στην πολυκατοικία, κι έπιανε τον εαυτό του να σκάει στα γέλια καθώς φανταζόταν τον ηλικιωμένο άντρα να μεταφέρει το πρόβατο μέσα στην πόλη προς το διαμέρισμά του. Έτσι είναι, σκέφτηκε και τώρα εύθυμα, όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό έρχεται το βουνό στον Μωάμεθ, και γύρισε πάλι το βλέμμα του προς τον ξένο.

''Παρακαλώ, περάστε.''

Τότε, για πρώτη φορά, ο παράξενος επισκέπτης του χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας δύο σειρές πολύ μεγάλα και γυαλιστερά δόντια ανάμεσα στα σουφρωμένα του χείλη.

* * *
 
Ήταν σαββατόβραδο, αλλά το τηλέφωνο δεν χτύπησε στο διαμέρισμα του Τηλέμαχου, κι ο ίδιος δεν έδειξε ότι είχε κάποια ιδιαίτερα σχέδια, ούτε και να ενοχλείται από τον απρόσμενο επισκέπτη του. Τον κάλεσε να καθίσει στο σαλόνι και τον ρώτησε αν θα ήθελε να πιούν κάτι μαζί. Ο Βλαδίμηρος Τεπερίδης δεν είχε κάποια συγκεκριμένη προτίμηση αλλά ο Τηλέμαχος θυμήθηκε πως φύλαγε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί κάπου στα ντουλάπια του.

''Απ' ότι θυμάμαι ήταν πολύ καλό. Είχα τα γενέθλιά μου πριν από δύο βδομάδες και κάτι φίλοι με επισκέφτηκαν. Ήπιαμε μόνο τρία ποτήρια...''

''Το κρασί των γενεθλίων σας, λοιπόν'', ακούστηκε η φωνή του άντρα που βολευόταν αναπαυτικά στον καναπέ, χωρίς να βγάλει την καμπαρντίνα του αλλά απλώς ανασηκώνοντάς την.

Ο Τηλέμαχος γέμισε δύο ποτήρια και τα άφησε στο τραπεζάκι ανάμεσά τους. Ήταν αρκετά περίεργο, σκέφτηκε καθώς καθόταν κι εκείνος, δεν συνήθιζε να καλεί αγνώστους στο σπίτι, με τον συγκεκριμένο όμως ένιωθε μια ανεξήγητη οικειότητα, σχεδόν μια υποσυνείδητη επιθυμία να τον περιποιηθεί. Ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει αν ήθελε να παραγγείλουν κάτι για να φάνε, όταν μια λογική σπίθα, μια σκέψη λογοκρισίας, τον έκανε να συγκρατήσει την διαχυτικότητά του. Άλλωστε, ο άγνωστος επισκέπτης του έδειχνε ήδη αμήχανος.

Ο Τηλέμαχος νόμισε πως κατάλαβε τον λόγο. ''Έχω κάτι ξηρούς καρπούς, μια στιγμή...''

Καθώς σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, είδε και τον καλεσμένο του σχεδόν να ανασηκώνεται μαζί του, κι ενώ επέστρεφε στην κουζίνα άκουγε την καμπαρντίνα του να ανασαλεύει. Νόμισε πως την έβγαζε και την δίπλωνε στον καναπέ, αλλά τελικά την φορούσε ακόμη όταν επέστρεψε. Είχε πάψει πια να ψαχουλεύει τις τσέπες του κι είχε σηκώσει το χέρι ψηλά σε μία πρόποση.

''Ομολογώ πως η χθεσινή μου άφιξη δεν ήταν και τόσο υποσχόμενη, διαπιστώνω όμως πως έχω έναν πολύ φιλόξενο γείτονα. Στην γνωριμία μας, καλέ μου φίλε.''

''Δεν είναι κακό να είμαστε ευγενείς, πιστεύω. Και πολύ φοβάμαι πως έχουμε ένα πρόβλημα να λύσουμε από κοινού: τα υδραυλικά σας. Σήμερα το πρωί είχα την ατυχία να το διαπιστώσω κι εγώ. Το πατάρι μου πλημμύρισε πάλι.''

Ο καλεσμένος έπινε ήδη από το ποτήρι του, απολαμβάνοντας μερικές μεγάλες γουλιές, και μόνο όταν το ξανάφερε στην άκρη των χειλιών του μπόρεσε να απαντήσει στον Τηλέμαχο.

''Ναι, ελπίζω να λύσουμε το πρόβλημα των υδραυλικών μου'', είπε μειδιώντας, κι ένα κόκκινο ρυάκι από το ποτό ήταν έτοιμο να γλιστρήσει στο πηγούνι του, πριν το σκουπίσει με την ανάστροφη του χεριού του.

Όταν πέρασαν οι πρώτες στιγμές αμηχανίας μεταξύ των δύο αγνώστων, ο επισκέπτης αποδείχτηκε ένας πολύ καλός συνομιλητής. Για την ακρίβεια, περισσότερο μιλούσε εκείνος, με τον Τηλέμαχο να περιορίζεται απλώς στον ρόλο του ακροατή. Τον είχε ρωτήσει μόνο από πού ερχόταν, κι εκείνος ξεκίνησε να ξεδιπλώνει την μακρά ιστορία της οικογένειάς του, μια ολόκληρη οδύσσεια ξεριζωμού και περιπλάνησης, όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος. Φαινόταν ξαφνικά ευδιάθετος, ή ίσως ήταν το κρασί που τον έκανε τόσο ομιλητικό, κι ο Τηλέμαχος δεν τόλμησε να σταματήσει τον ειρμό του.

Ο πιο παλαιός του πρόγονος, που διατηρούνταν ακόμη στην οικογενειακή μνήμη, είπε πως ζούσε κάποτε σε μια μακρινή χώρα της ανατολής, όπου ήταν ιδιοκτήτης μιας μεγάλης έκτασης γης κι ενός πύργου στην άκρη μιας λοφοπλαγιάς, και διαφέντευε ολόκληρο το χωριό που απλωνόταν στην πεδιάδα από κάτω. Παρόλο που είχε πολλούς εργάτες στην δούλεψή του, απέναντι στους οποίους δεν ήταν και τόσο επιεικής, ο ίδιος προτιμούσε την απομόνωση του πέτρινου πύργου του, αναζητώντας την διασκέδαση μέσα από πολλές εκκεντρικότητες. Υπήρχαν φήμες που τον κατηγορούσαν για χαλαρή ηθική και για ακόρεστη τάση προς τις σωματικές απολαύσεις. Φαίνεται όμως πως κάποτε βαρέθηκε την συχνή εναλλαγή των ερωτικών του συντρόφων, που τόσο συνήθιζε, κι επιδόθηκε σε πράγματα ακόμη πιο σκοτεινά από τα συνηθισμένα, για τα οποία λίγα ακούγονταν παραέξω κι ακόμη λιγότερα γίνονταν πιστευτά απ' όσα ψιθυρίζονταν. Κάποια στιγμή, μία από τις συζύγους του κατάφερε να ξεφύγει από τον πύργο - αυτήν ακριβώς την έκφραση χρησιμοποίησε - και με το παιδί που κουβαλούσε στην κοιλιά της βρήκε στέγη σε κάποιον από τους ανθρώπους του χωριού. Από εκείνη την γέννα ήταν που ξεκινούσε η μακριά αλυσίδα του σογιού του, που κατέληγε τελικά σε εκείνον.

Απορροφημένος πλήρως, ο Τηλέμαχος παρακολουθούσε την πλούσια διήγηση του καλεσμένου του, ο οποίος χειρονομούσε κι άλλαζε τον τόνο της φωνής του ανάλογα με την περίσταση, σαν ηθοποιός που προβάρει τον ρόλο του, κι ένιωθε πως δεν μπορούσε να αξιολογήσει κατά πόσο τα λόγια του επισκέπτη του ήταν αληθινά ή όχι. Όπως κι αν ήταν, όμως, είχε μεγάλο ταλέντο στην εξιστόρηση, κι ο Τηλέμαχος το μόνο που ήθελε ήταν να συνεχίσει να τον ακούει, έτσι όπως περιέγραφε την τύχη εκείνης της γυναίκας και του παιδιού της, μέχρι που έφτασε τελικά στους δικούς του γονείς και στις δικές τους περιπέτειες. Είπε πως ήταν πρόσφυγες από τα παράλια της Μικράς Ασίας που εγκαταστάθηκαν κάπου στην Πελοπόννησο, αλλά αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν και πάλι, λόγω διάφορων επεισοδίων που έγιναν κατά την διάρκεια του εμφυλίου.

Ένας γείτονας, από τον οποίο πολύ συχνά αγόραζαν την κοπριά τους, στάθηκε ένα πρωινό έξω από τις αποθήκες τους. Ήταν προχωρημένος χειμώνας, έκανε παγωνιά, κι ο ψυχρός αγέρας σάρωνε τα σπαρμένα χωράφια, ξανέμιζε τα κλαδιά των λιγοστών δένδρων και σφύριζε μέσα από τα παράθυρα και τις χαραμάδες των σπιτιών. Δεν ήταν η οσμή που του τράβηξε αρχικά την προσοχή, αλλά μία άλλη παράξενη αίσθηση που έμοιαζε να πλανάται στην ατμόσφαιρα, και παρόλο που δεν μπορούσε να το εξηγήσει, ήταν σίγουρος πως κάτι αλλόκοτο συνέβαινε εκεί πέρα. Η πόρτα της αποθήκης είχε ξεχαστεί ανοιχτή κι ο άνεμος την είχε σακατέψει, αφήνοντας το άνοιγμα, σκοτεινό κι έρημο, να χάσκει σαν φαφούτικο στόμα. Φαινόταν όμως να υπάρχει κάποια κίνηση μέσα της κι αυτό ήταν που έκανε τον αγρότη τελικά να προχωρήσει. Όταν πλησίασε στο σκοτεινό άνοιγμα, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα στο θέαμα που του αποκάλυψε το λιγοστό φως που έμπαινε από τις χαραμάδες της αποθήκης, κι αναγκάστηκε να σηκώσει το μανίκι του παλτού του καλύπτοντας το μισό του πρόσωπο από την δυσωδία. Ένα ολόκληρο σμήνος από μύγες πετούσε στον αέρα, τόσες πολλές και τόσο μεγάλες που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του. Προσγειώνονταν για λίγο κι έπειτα ξανασηκώνονταν, κι από κάτω τους υπήρχαν πτώματα, ένας ολόκληρος σωρός από νεκρά ανθρώπινα κορμιά, πετσοκομμένα, ξεκοιλιασμένα και διαμελισμένα, ένα κανονικό λουτρό αίματος που είχε ποτίσει την γη.

Στο άκουσμα αυτής της περιγραφής, ο Τηλέμαχος ξεροκατάπιε, με την δυσάρεστη αίσθηση που νιώθει κανείς όταν το στόμα του είναι τελείως στεγνό, και δεν ήξερε να πει αν ήταν όσα είχε μόλις ακούσει ή εκείνη η λάμψη στα σκοτεινά μάτια του επισκέπτη του που τον έκανε να τρομάξει περισσότερο. Τί ήταν όλα αυτά και τί σήμαιναν ; Για πρώτη φορά, ο Τηλέμαχος έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται για το ποιόν του καινούριου του γείτονα και για το αν έκανε καλά που τον έβαλε μέσα στο σπίτι του. Από την άλλη, ας μην βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα, δεν τα είχε ακούσει όλα ακόμη και δεν ήξερε πού ακριβώς ήθελε να καταλήξει, αναφερόταν στην περίοδο του εμφυλίου - έτσι δεν είχε πει ; - και σίγουρα πολλά τρομερά πράγματα είχαν συμβεί τότε. Ίσως όλα αυτά να είχαν μία λογική εξήγηση.

''Επρόκειτο ασφαλώς για συμμορίτες'', ακούστηκε πάλι η φωνή του Βλαδίμηρου Τεπερίδη, που έκανε τον Τηλέμαχο να συνέλθει από τις σκέψεις του, ''για αντάρτες που τριγυρνούσαν στα βουνά, που απ' ότι φαίνεται είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια του Εθνικού Στρατού. Τί γύρευαν όμως όλοι αυτοί συγκεντρωμένοι στις αποθήκες των γονιών μου και γιατί τα πτώματά τους βρίσκονταν σε τόσο άθλια κατάσταση, ήταν ερωτήματα που δεν μπορούσαν να απαντηθούν εύκολα.''

Έκανε μια παύση και σήκωσε πάλι το ποτήρι του. Μέχρι να το αδειάσει όλο, ο Τηλέμαχος είχε την ευκαιρία να πάρει μερικές ακόμα ανάσες.

''Αλλά ξέρετε πως είναι αυτά τα πράγματα στα χωριά. Ιδίως τότε. Ο κόσμος έλεγε διάφορα, το σούσουρο δεν άργησε να εξαπλωθεί, κι οι γονείς μου, παρόλο που δεν είχαν δώσει κανένα πολιτικό στίγμα μέχρι τότε, αναγκάστηκαν να φύγουν και να αναζητήσουν την τύχη τους αλλού. Για ένα διάστημα εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα κι έπειτα αποφάσισαν να πάνε στην Αμερική, την εποχή του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος. Εγώ γεννήθηκα πάνω στο πλοίο ξέρετε. Προς τον Νέο Κόσμο. Μερικές φορές νομίζω πως είναι η μοίρα μου να ταξιδεύω συνεχώς.''

Ο παράξενος επισκέπτης σηκώθηκε από τον καναπέ, με την καμπαρντίνα του ν’ ανεμίζει στα πλευρά του, και διέσχισε το σαλόνι.

''Καταπληκτική ιστορία'', ήταν το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει ο Τηλέμαχος.

Ήταν ακόμη συγκλονισμένος από την διήγηση, σχεδόν είχε χάσει το χρώμα του, κι έμενε ακίνητος στην θέση του με τα μέλη του παραλημένα από το σοκ, σαν παρατημένη κούκλα που είχαν πάψει να παίζουν μαζί της.

Ο επισκέπτης του στάθηκε μπροστά στην μπαλκονόπορτα, ατενίζοντας έξω.

''Ω, ήταν άλλες εκείνες οι εποχές, αγαπητέ μου. Είχαν μια ζωτικότητα που σήμερα την έχουμε ξεχάσει. Τότε οι άνθρωποι ήταν πιο κοντά στην ζωή, κι είχαν μια ψυχή μέσα τους που τους έκανε να στέκονται στα πόδια τους και να αντέχουν τις κακουχίες... κάτι που άξιζε να πάρεις...''

Ο Τηλέμαχος δεν ήταν σίγουρος ότι κατάλαβε την τελευταία του φράση. Ήλπιζε πως με το τέλος της ιστορίας του, ο επισκέπτης του θα επέστρεφε στην καθημερινή κι ήρεμη μορφή του, αυτή του ανθρώπου που είχε βρει σκυμμένο στα σκαλοπάτια κι είχε πρόβλημα με το διαμέρισμά του, αλλά έβλεπε πως εκείνος διατηρούσε ακόμη τον υψηλό και μυστηριακό τόνο της έντονης αφήγησής του. Κι ο ίδιος δεν μπορούσε να κουνηθεί από την θέση του. Μακάρι να μπορούσε να κάνει κάτι για να ξαναγίνουν όλα φυσιολογικά, όπως πριν. Έπειτα ο επισκέπτης γύρισε και τον κοίταξε, κι ο Τηλέμαχος είδε κάτι σαν απορία στις δύο μαύρες κόγχες των ματιών του.

''Μπορώ να ανοίξω την μπαλκονόπορτα ;''

''Ασφαλώς.''

Ένα δροσερό αεράκι φούσκωσε τις κουρτίνες και απλώθηκε, σαν απαλό χάδι, μέσα στο δωμάτιο. Αυτό βοήθησε τον Τηλέμαχο να συνέλθει κάπως, αλλά ο καλεσμένος του άρχισε πάλι να βαδίζει μέσα στο σαλόνι.

''Δεν βρίσκεται πως η ζωή μας σήμερα είναι πολύ περιορισμένη ; Οι άνθρωποι ζουν προστατευμένοι σε ένα περίβλημα άγνοιας και μηχανικότητας, έχοντας ξεκοπεί τελείως από την αληθινή τους φύση. Κοιτάξτε τους πως ζουν μέσα στις πόλεις τους, στα μικρά τους σπίτια, στα αξιοθρήνητα αυτοκίνητα, που υποτίθεται πως τους δίνουν έναν βαθμό ελευθερίας, στα στενά τους γραφεία. Τί γνωρίζουν αυτοί οι άνθρωποι από την αληθινή ζωή, πώς είναι δυνατόν να ξέρουν τί θα πει ελευθερία...''

Καθώς βάδιζε τώρα πιο έντονα μέσα στο δωμάτιο, θυμίζοντας άγριο ζώο που το έχουν φυλακίσει σε κλουβί, ο Τηλέμαχος πρόσεξε πως πέρασε μπροστά από τον μικρό καθρέπτη του τοίχου αλλά δεν είδε την αντανάκλασή του μέσα σε αυτόν. Ο καθρέπτης δεν μπόρεσε να συλλάβει την εικόνα του ! Συνέχιζε να καθρεπτίζει την μικρή γωνιά του δωματίου που έβλεπε, όπως πάντα, την άκρη από το τραπεζάκι, την μισή οθόνη της τηλεόρασης και την μία πλευρά της κουρτίνας, αλλά ο καλεσμένος του δεν φάνηκε καθόλου καθώς πέρασε από μπροστά του. Ήταν λες και δεν ανήκε πραγματικά μέσα σε αυτό το δωμάτιο, σαν να αντιπροσώπευε έναν άλλον κόσμο που μόνο στην συνείδηση του Τηλέμαχου ήταν πραγματικός.

''Δεν έχετε αναρωτηθεί τί υπάρχει εκεί έξω που δεν θα το μάθουμε ποτέ ; Τί κρύβουν όλοι οι αμνημόνευτοι αιώνες που δεν ζήσαμε και δεν θα ζήσουμε ποτέ ; '

Βλέποντας όμως πως δεν έπαιρνε απάντηση από τον Τηλέμαχο, που είχε βουλιάξει μέσα στην πολυθρόνα του, ο παράξενος επισκέπτης τελικά ανασήκωσε τους ώμους.

''Αλλά βέβαια, Ars Longa, Vita Brevis... Η γνώση μακρά κι ο βίος βραχύς. Έτσι έχουν τα πράγματα και σας ζητώ να συγχωρήσετε την φλυαρία μου. Μερικές φορές με πιάνουν τέτοιες ανησυχίες, ίσως φταίει το γεγονός ότι έχω μείνει για πολλά χρόνια ανέστιος και πλάνης.''

Με αργά βήματα κατευθύνθηκε προς τον διάδρομο και την έξοδο, κι ο Τηλέμαχος, σαν υπνωτισμένος, σηκώθηκε για να τον συνοδεύσει.

''Μην ανησυχείτε για τα νερά. Θα είναι το πρώτο πράγμα που θα φροντίσω αύριο. Καληνύχτα σας, και σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία.''

Και με αυτά να είναι τα τελευταία του λόγια, ο παράξενος επισκέπτης βγήκε από το διαμέρισμα του Τηλέμαχου και χάθηκε στο σκοτάδι, χωρίς ν’ ανοίξει το φως του ορόφου.

* * *
 
Δύο ώρες αργότερα, ο Τηλέμαχος βρισκόταν μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι του, με ένα βιβλίο ξεχασμένο πάνω στα πόδια του. Κοίταζε ευθεία μπροστά, σαν να κοιμόταν με ανοιχτά τα μάτια, αλλά στην πραγματικότητα σκεφτόταν. Σκεφτόταν τις περίεργες ώρες εκείνου του απογεύματος, όπου ο τύπος που του είχε συστηθεί ως Βλαδίμηρος Τεπερίδης είχε καθίσει στο σαλόνι του, είχε πιεί από το ποτό του, και του είχε διηγηθεί την ιστορία του. Υπήρχε κάτι που δεν ήταν σωστό σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά όσο κι αν έσπαζε το κεφάλι του ο Τηλέμαχος δεν μπορούσε να προσδιορίσει το τί ακριβώς ήταν. Ξαφνικά θυμήθηκε εκείνον τον παλιό συμμαθητή του, που τον είχε συναντήσει τυχαία ύστερα από πολλά χρόνια, κουρνιασμένο στην άκρη του δρόμου. Ήταν από τα ομορφότερα αγόρια της τάξης του, ξανθός, ψηλόλιγνος, με γαλάζια μάτια, δεν ήταν τόσο καλός μαθητής αλλά ήταν πάντα χαμογελαστός, αεικίνητος, πάντα έτοιμος για παιχνίδι και πειράγματα. Τότε που τον ξαναείδε ο Τηλέμαχος ήταν μια σκιά του παλιού εαυτού του, μια παρωδία της ανθρώπινης υπόστασης, τσακισμένος από την χρόνια χρήση ουσιών και τις κακουχίες μιας ταλαιπωρημένης ζωής. Στην αρχή του θύμισε κάτι απροσδιόριστο, αλλά έπειτα, όταν τον άκουσε να τον καλεί με το όνομά του, τον αναγνώρισε με έκπληξη. Και τότε οι δύο μορφές τού φάνηκαν ανακατεμένες μπροστά του, ένας θολός αντικατοπτρισμός του παρελθόντος μαζί με το άδοξο παρόν, δύο μορφές από τον ίδιο άνθρωπο με την μία να διαχέεται μέσα στην άλλη, χωρίς να μπορεί να πει με σιγουριά ποιόν ακριβώς είχε μπροστά του, τον παλιό συμμαθητή του ή έναν ναρκομανή.

Έτσι και τώρα, ο καινούριος ένοικος του επάνω διαμερίσματος έμοιαζε με το παράξενο και φοβιστικό μίγμα μιας ακαθόριστης μορφής. Παρόλο που στην αρχή δεν το είχε σκεφτεί έτσι, τώρα το έβλεπε καθαρά. Αλλά πάλι, σκέφτηκε πως μπορεί να παρερμήνευε τον άγνωστο άντρα. Δεν τον γνώριζε σχεδόν καθόλου και το γεγονός πως ήταν άρτι αφιχθείς από το εξωτερικό ίσως να ήταν η αιτία αυτής της αλλόκοτης αίσθησης που του προκαλούσε. Ο Τηλέμαχος σκέφτηκε πως αρχικά όλοι οι άνθρωποι που συναντούμε μας φαίνονται διαφορετικοί απ’ ότι αργότερα, όταν πια τους έχουμε γνωρίσει καλύτερα και τους έχουμε συνηθίσει.

Σήκωσε το βιβλίο στα χέρια του, αποφασισμένος να συνεχίσει το διάβασμά του, αλλά σχεδόν αμέσως το άφησε πάλι. Ένα δροσερό αεράκι ερχόταν από τον διάδρομο κι ανατρίχιαζε τα γυμνά του μπράτσα. Σήκωσε το κεφάλι παραξενεμένος, αλλά μετά βρέθηκε να αναρωτιέται αν είχε ξανακλείσει την μπαλκονόπορτα ή την είχε αφήσει ανοιχτή. Ένα δεύτερο ψυχρό ρεύμα, που σίγουρα ερχόταν από το σαλόνι, του έδωσε την απάντηση που χρειαζόταν. Η μπαλκονόπορτα είχε ξεχαστεί ανοιχτή κι ο Τηλέμαχος κατέβασε τα πόδια του από το κρεβάτι για να πάει να την κλείσει.

Πριν σηκωθεί, έμεινε για μερικές στιγμές ακίνητος, να αφουγκράζεται την σιωπή. Κανένας ήχος απόψε. Δεν μπορούσε να πιάσει τίποτα από το επάνω διαμέρισμα και σκέφτηκε πως αν ο καινούριος ένοικος είχε πράγματα να μεταφέρει, σίγουρα θα το είχε κάνει το πρωί, όσο εκείνος έλειπε στην δουλειά. Τώρα θα είχε πέσει κατευθείαν για ύπνο, αρκετά κουρασμένος και μάλλον ζαλισμένος από το κρασί. Ο Τηλέμαχος συνειδητοποίησε πως είχε πιει μόνο μια γουλιά από το δικό του κι έπειτα το είχε αφήσει πάνω στο τραπεζάκι, ανέγγιχτο. Δεν θυμόταν τί ακριβώς είχε κάνει μετά την αποχώρηση του επισκέπτη του, αλλά, απ’ ότι φαινόταν, είχε αφήσει το σαλόνι όπως ήταν χωρίς να μαζέψει τίποτα. Απλώς, είχε φύγει από κει.

Τώρα όμως επέστρεφε, σέρνοντας τις παντόφλες του και τρίβοντας τα χέρια του λόγω της ψύχρας που είχε εισχωρήσει στο δωμάτιο. Βρήκε τις κουρτίνες να ανεμίζουν από το δροσερό αεράκι, αλλά καθώς πλησίαζε κάτι τον έκανε να σταματήσει. Η ματιά του καρφώθηκε στο σκοτάδι της νύχτας, πέρα από την κουπαστή του μπαλκονιού, όπου ένα φωτεινό σημάδι, σαν μια παράδοξη αντανάκλαση του σεληνόφωτος, έμοιαζε να πλησιάζει. Ο Τηλέμαχος ανοιγόκλεισε τα μάτια του, σε μια προσπάθεια να εστιάσει καλύτερα. Ήταν ένα παιχνίδισμα της όρασής του ή… τί μπορεί να ήταν ;

Μια παράδοξη ανησυχία τον κατέκλεισε, ένα αυξανόμενο άγχος μαζί με ένα τρέμουλο. Ήταν ένα παράξενο, ενοχλητικό συναίσθημα, αλλά και ταυτόχρονα οικείο, καθώς θυμήθηκε τον φόβο του όταν ήταν μικρός κι έπρεπε να κοιμηθεί μόνος στο δωμάτιό του. Είχε περάσει μια περίοδο όπου τον φόβιζε πολύ το σκοτάδι κι οι νυχτερινές σκιές, κάποιος στεκόταν στο προσκεφάλι του και παραμόνευε, κάτι έριχνε ματιές μέσα από την μισάνοιχτη χαραμάδα της ντουλάπας, μια σκοτεινή σιλουέτα περνούσε από τον διάδρομο και στεκόταν για να τον κοιτάξει. Κι ο Τηλέμαχος κουκουλωνόταν με την κουβέρτα του κι ίδρωνε κάτω από τα σκεπάσματά του προσπαθώντας να συλλάβει τους απειλητικούς ήχους. Ξαφνικά, ένιωσε έκπληκτος βλέποντας πως αυτό το συναίσθημα δεν είχε χαθεί εντελώς από μέσα του. Νάτο ακριβώς το ίδιο, ένα τρέμουλο στο ενήλικο στήθος του από τον φόβο ενός μικρού παιδιού.

Τώρα όμως συνέβαινε στ’ αλήθεια. Το φωτεινό σημάδι μπροστά του μεγάλωνε, έμοιαζε να αλλάζει μέγεθος και σχήμα και να πλησιάζει. Ήταν μια αέρινη κίνηση, ένα παιχνίδισμα από φως και σκιές, κάτι απειλητικό που ερχόταν κατά πάνω του, ένα σχήμα που είχε την μορφή όλων των τρόμων, κάτι ανήκουστο και φρικιαστικό. Θεέ μου… Ένας σκοτεινός όγκος τον καταπλάκωσε και τον πέταξε με δύναμη στο πάτωμα. Τα πάντα σκοτείνιασαν για μια στιγμή κι έπειτα επανήλθαν πάλι. Η πλάτη του τον πόνεσε τρομερά με το χτύπημα ενώ το στήθος του πιεζόταν ασφυχτικά από ένα βάρος. Ο Τηλέμαχος προσπάθησε να συνέλθει και να κοιτάξει τί ακριβώς συνέβαινε.

Ο παράξενος επισκέπτης στεκόταν από πάνω του, με την μπέρτα του ν’ ανεμίζει και τα χέρια του να εκτείνονται σαν πτερύγια. Η μορφή του ήταν παραμορφωμένη, αλλοιωμένη από την οργή και την βουλιμία, τα μάτια του σπίθιζαν σαν πύρινες φλόγες και το στόμα του άνοιξε διάπλατα, ελευθερώνοντας δύο μακριούς, γυαλιστερούς κυνόδοντες.

Χωρίς να προλάβει να το πολυσκεφτεί, ο Τηλέμαχος σήκωσε το χέρι του για να προστατευτεί από το αποτρόπαιο πλάσμα που έσκυβε από πάνω του. Όμως, τα δόντια μπήχτηκαν στην τρυφερή σάρκα και δύο πίδακες αίματος τινάχτηκαν ψηλά στον αέρα. Ο Τηλέμαχος ένιωσε να παραλύει από τον πόνο, καθώς το κεφάλι του πλάσματος τραβολογούσε το χέρι του, δαγκώνοντας και ξεσκίζοντας την σάρκα. Ένιωθε την τεράστια, ζωώδη δύναμη του πλάσματος που τον είχε ακινητοποιήσει, κι ήξερε πως δεν είχε καμία ελπίδα. Ήταν χαμένος.

Με έναν οξύ πόνο τα δόντια αποτραβήχτηκαν από το χέρι, το πλάσμα ορθώθηκε πάνω από τον Τηλέμαχο, χύνοντας αίμα μέσα από το στόμα του, και τίναξε το χέρι του μπροστά χτυπώντας το κεφάλι του θύματός του στο πάτωμα. Τα μακριά του νύχια μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά του Τηλέμαχου και πλήγιασαν το κρανίο του, καθώς έσκυβε ξανά τα φονικά του δόντια πάνω από την προεξέχουσα καρωτίδα που ανεβοκατέβαινε λαχανιασμένη.

Έμειναν για αρκετά λεπτά ακόμη έτσι, με τον Τηλέμαχο να σφαδάζει στο πάτωμα κι αίματα να πετάγονται αριστερά και δεξιά. Το πλάσμα είχε γραπώσει για τα καλά το θύμα του και θα τον πονούσε πολύ ακόμη, μέχρι να χορτάσει την πείνα του.

* * *
 
Ήταν πρωινό Κυριακής κι ο Τηλέμαχος άνοιγε με κόπο τα μάτια του, βγαίνοντας αργά μέσα από σκοτεινές και θολές εικόνες, εκείνες τις εικόνες που ανθίζουν μέσα στον κοιμισμένο νου, βασιλεύουν για μια στιγμή κι ύστερα ξαναχάνονται πάλι με το ξύπνημα.

Το πρώτο που ένιωσε ήταν ολόκληρο το κορμί του βαρύ και ταλαιπωρημένο, και στην συνέχεια διαπίστωσε πως δεν μπορούσε να κουνηθεί, όπως κάποιος που ξυπνάει μετά από μια επίπονη εγχείρηση ή όπως κάποιος που αισθάνεται πως το σώμα του δεν είναι το σώμα του, λες και κάτι ξένο του έχει κάνει κατοχή.

Κατάλαβε όμως τί συνέβαινε και πού βρισκόταν, και θυμήθηκε τα πάντα, όταν αντιλήφθηκε ξαπλωμένο δίπλα του, στην άλλη πλευρά του κρεβατιού, τον νυχτερινό του εισβολέα. Ήταν ξαπλωμένος σαν κάποιος που χρειάζεται έναν αναπαυτικό υπνάκο, με τα δάχτυλα πλεγμένα πάνω στο στήθος, που ανεβοκατέβαινε απαλά σε κάθε του ανάσα. Η αναπνοή του ήταν το μόνο που ακουγόταν μέσα στο δωμάτιο, κι ο Τηλέμαχος διαπίστωσε πως δεν άκουγε τους δευτεροδείκτες του ρολογιού, που κανονικά έπρεπε να βρίσκεται στο κομοδίνο, πλάι στο προσκεφάλι του. Αντί γι’ αυτό, πάνω στο κομοδίνο βρίσκονταν δύο μπουκάλια γεμάτα με ένα περίεργο κόκκινο υγρό. Ο παράξενος επισκέπτης διατηρούσε λοιπόν κι αποθέματα της τροφής του.

''Θα πεθάνω ;'', ακούστηκε η φωνή του Τηλέμαχου.

''Δεν έχω αποφασίσει ακόμη.''

''Θα γίνω σαν κι εσένα ; '', ξαναρώτησε.

''Δεν έχω αποφασίσει ακόμη.''

Ο Τηλέμαχος αισθάνθηκε τα μάτια του να υγραίνουν, έναν κόμπο να σκαλώνει στον λαιμό του, κι ένα δάκρυ να ξεφεύγει βουβό. Η πτώση του ακούστηκε πάνω στο μαξιλάρι.

''Γιατί εμένα ; Γιατί διάλεξες εμένα ;''

Το πλάσμα που ήταν ξαπλωμένο δίπλα του αναστέναξε βαριά κι άνοιξε τα μάτια του, που τα είχε κλειστά μέχρι τότε.

''Είναι πιο εύκολο όταν είστε μόνοι σας. Γίνεται πιο δύσκολο σε ανθρώπους που είναι μαζί με άλλους και το ρίσκο είναι μεγαλύτερο τότε. Κατά κάποιο τρόπο, η απόφαση δεν είναι μόνο δική μου… Είναι πιο εύκολο όταν είστε μόνοι.''

Μία δεύτερη σταγόνα έσκασε πάνω στο μαξιλάρι και το πλάσμα ξανάκλεισε τα μάτια του. Ο Τηλέμαχος αισθανόταν πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια και πως το μόνο που του έμενε από δω και πέρα ήταν να σκέφτεται εκείνη την εποχή που δεν μοιραζόταν με κανέναν τον ύπνο του, όταν ήταν μόνος στην δική του πλευρά του κρεβατιού.

© Δημήτρης Αργασταράς, Αθήνα 2009